Σοφία
Στεκουλέα

Στην Αρεοπαγίτου της Αναϊς – Κλαίρης Παναγιώτου

Στα δεξιά μου, η φωτισμένη Ακρόπολη. Από όσους κόκκους σκόνης αποτελείται, άλλο τόσο την έχουν φωτογραφίσει.

 

Αντί να γυρίσω σπίτι, πράγμα που θα ήταν λογικό, θέλησα να τεντώσω τον χρόνο. Ήθελα να κρατήσει αυτή η βόλτα. Το ημίφως με τράβηξε σε ένα γνώριμο πεζόδρομο και παρότι ήταν Κυριακή είπα να ξεπεράσω την δήθεν αγοραφοβία μου και να συνεχίσω. Οι φυλλωσιές άφηναν πατημασιές στο πλακόστρωμα. Ζευγαράκια χέρι χέρι περπατούσαν. Τα δικά μου χέρια ήταν στις τσέπες, η αλήθεια είναι πως είχε βάλει λίγη ψύχρα. Μήπως έπρεπε να βιαστώ; Για να πάω πού; Εκεί που δεν με ήθελαν; Εγώ πάντα ακολουθούσα τα σημάδια, μην τυχόν κι έχανα κάποιο, θα προανάγγελε μεγάλη δυστυχία. Ετσί όμως ένιωθα τα βήματά μου μετρημένα, από κάποιον αόρατο βηματομετρητή. Δεν εμπιστευόμουν τους μετρητές παντός είδους, ούτε τον κάθε λογής εμπειρογνώμονα εκτός της δουλειάς μου. Μπροστά μου εμφανίστηκε ένας γέρος που πουλούσε φωτεινά πολύχρωμα σπαθιά. Ο παιδικός μου εαυτός θυμήθηκε τα ιπποτικά παιχνίδια με τη Ζωή. Θα μουν δεν θα μουν έξι χρόνων. Τότε ήταν που με είχαν τιμωρήσει παίρνοντάς μου τους μαρκαδόρους μου. Δεν μου άρεσε να μου παίρνουν ό,τι μου ανήκει. Τσάμπα ο παρατατικός. Ή μήπως αόριστος. Αοριστίες άνευ σημασίας. Ακολουθούσα τον περιπλανόμενο πωλητή. Σαν ένα είδος πολύχρωμου φακού που χρωμάτιζε το δρόμο μου. Άκουσα κάποιες σκόρπιες νότες. Μια τζαζ μελωδία με προσκάλεσε να χορέψω. Όμως πως θα μπορούσα να χορέψω έτσι; Μόνος στη μέση του δρόμου; Δίστασα. Πιο κάτω πέτυχα ένα βιολί με ένα ακορντεόν. Κάπου είχα ξανακούσει αυτή τη μουσική. Με το που τους προσπέρασα, το κομμάτι είχε τελειώσει. Αυθόρμητα χειροκρότησα, δυνατά, όπως κάνουμε στο θέατρο για να συγχαρούμε τους ηθοποιούς. Το χειροκρότημα διατάραξε προς στιγμήν τη ρευστή ατμόσφαιρα του πεζόδρομου. Σαν λάβα ρευστή με μια σβησμένη καλοκαιρινή νοσταλγία. Τι ωραία που είναι το καλοκαίρι. Θυμάμαι είχα βρεθεί σε μια μαγική στιγμή. Μιά περαστική τόλμησε να συνοδεύσει έναν ακορντεονίστα του δρόμου με τη φωνή της. Είχα πλέον προσπεράσει το γέρο με τα σπαθιά. Στα δεξιά μου, η φωτισμένη Ακρόπολη. Από όσους κόκκους σκόνης αποτελείται, άλλο τόσο την έχουν φωτογραφίσει. Άλλοι με κινητά, άλλοι με επαγγελματικές Νίκον και Κόντακ. Η σκέψη των φωτογραφιών με οδήγησαν αναπόφευκτα σε Κείνη. Της άρεσε να δοκιμάζει εφέ με τη μηχανή της και απρόσμενα καδραρίσματα. Σταματούσε στη μέση του δρόμου και προσπαθούσε για ώρα ν’απαθανατίσει μια στιγμή που συνεχώς περνούσε. Έστριβε δεξιά-αριστερά τη μηχανή της, ζούμαρε-ξεζούμαρε, πήγαινε μπρος-πίσω. Εγώ, δεν έπαιρνα τα μάτια μου από το χαμογελό της και από το πως χαμογελούσαν τα μάτια της. Γιατί τα θυμήθηκα τώρα αυτά; Μύρισε καλαμπόκι. Παρότι το σιχαίνομαι, μου αρέσει η μυρωδιά του όταν το ψήνουν. « Αν είναι δυνατόν; Μα να με κάνει να βάλω τις φωνές στην ΠΑΝΟΡΜΟΥ; » είπε περιπαιχτικά μια τροφαντή κυρία σε μια φίλη της, περπατώντας στην αντίθετη από εμένα κατεύθυνση. Σύμφωνα με τη λογική της τροφαντής κυρίας, κάθε δρόμος προυποθέτει και μια ανάλογη συμπεριφορά. Κάθε δρόμος είναι μια μικρή κοινωνία με τους δικούς της κανόνες. Μου άρεσε ν’ακούω τυχαίες φράσεις από περαστικούς, να τις ταξινομώ σε διαλόγους και να ξαναχτίζω τις συζητήσεις. Αισθανόμουν σαν αρχαιολόγος του λόγου. Συνέχιζα να περπατάω προσπαθώντας ν’αποφύγω τις σκέψεις μου, οι οποίες με είχαν πάρει στο κατόπι. Γιατί θυμήθηκα Κείνη πριν; « Σε παρακαλώ άφησέ με. » Τι έβλεπε στον ύπνο της και ξεστόμισε αυτά τα λόγια; Από τότε έφυγα. Περπάτησα ακολουθώντας μια ευθεία. Δεν αντέχω την απόρριψη. Δεν κλαίω ποτέ και όμως κάθε στιγμή ξυπνάω από έναν εφιάλτη στον οποίο πλαντάζω στο κλάμα. Τα δάκρυά μου γίνονται ποτάμια και γεμίζουν λίμνες και χύνονται σ’ωκεανούς. Διψάω, πίνω λίμνες και αδειάζω ωκεανούς. Γεμίζω δάκρυα ξανά και φαύλος κύκλος. Κάθε βράδυ κοιμόμασταν σ’ένα κρεβάτι. Το ανθρώπινο κουβάρι που δημιουργούσαν τα σώματα μας μπλεγμένα είχε αρχίσει να ξετυλίγεται. Το σώμα του ενός γινόταν άλλοτε φωλιά στον άλλο να κουρνιάσει. « Σε παρακαλώ, άφησέ με. » Μήπως η φωλιά είχε για Κείνη γίνει θηλιά; Μάταια και σε ποιόν έκανα αυτές τις ερωτήσεις; Όλο ερωτήματα σκόρπια και κανένας να δώσει μια απάντηση. Ακόμα και τα σημάδια που τόσο πιστά ακολουθούσα σώπαιναν. « Σας παρακαλώ. Πείτε κάτι ! » φώναξα στ’αστέρια. Κάθε ένα μου θύμισε τα μάτια Κείνης, όπως έλαμπαν όταν χαμογελούσε. Διαβάζαμε μαζί το Μικρό Πρίγκιπα. « Τα αστέρια είναι όμορφα εξαιτίας ενός τριαντάφυλλου που δεν βλέπουμε. »

Τον είχα διαβάσει και στα δέκα μου. Μου το είχαν κάνει δώρο και το τελείωσα μέσα σε δύο μέρες. ‘Ηταν αλλιώς τώρα που είχα σχεδόν τα τριπλάσια χρόνια. Πότε πέρασαν; Τι να ήθελα τότε στα δέκα μου; Να το έχω πετύχει άραγε σχεδόν δύο δεκαετίες μετά; Οι εφιάλτες μας πάντα έχουν κάτι να μας διδάξουν. Έναν ανομολόγητο φόβο.

Αυτή η τελευταία σκέψη με έσυρε ως την πόρτα της κρεβατοκάμαρας. Χώθηκα κάτω από τα σεντόνια, σε σκέπασα με τα χέρια μου και σε φίλησα στο κεφάλι.

Δεν σε αφήνω.

Η ΑΝΑΜΟΝΗ ΣΟΥ του Σταμάτη Μπογέα

Εκεί, και εγώ, ως έμβρυο, στην άπνοια, ζω μαζί σου τώρα, σε κοιτώ, σε αγγίζω,  … μέσ’ την φωλιά που πλάθεσαι ασφυκτικά χωράω!

…δεν μπορώ να βγάλω την μαγική εικόνα σου από το μυαλό μου…

Από την στιγμή που σε είδα σαν σκιά στην ασπρόμαυρη οθόνη, τόσο δα μικρό, μια δημιουργία, ένα έμβρυο, το δικό μου θαύμα!

Σαν τον θαλάσσιο ιππόκαμπο που με περίσσια χάρη λικνίζεται αργά… μες του υγρού χορού τα ρεύματα… και πότε πότε σπασμωδικά κινείτε ενοχλημένος…

Είσαι εσύ που αναμένω χρόνια… εσύ είσαι που προσεύχομαι να έρθεις, εσύ που ποθώ πιο πολύ από όλα… ο λυτρωτής μου και ο αφέντης μου εσύ, εσύ είσαι το όνειρο μου!

Πως γίνετε να σε αγαπώ τόσο πολύ, στην σκέψη σου και μόνο να δακρύζω…

Ατέρμονη του χρόνου η προσμονή σου με έλκει κάθε βράδυ όλο και πιο κοντά σου.

Γιατί κάθε βράδυ, το σώμα μου αγγίζει το δικό σου… μέσα από την σάρκα της μητέρας σου, που με περίσσια ευαισθησία και χάρη αγκαλιάζω, που ξενυχτώ με τρυφερότητα και πάθος, περιμένοντας εσένα, να μου γνέψεις, να σαλέψεις με τον δικό σου τρόπο, όπως εσύ, μοναδικά, μπορείς να με αγγίξεις!

Και όταν ο ύπνος χαδέψει τα βλέφαρα μου απαλά και στον ονείρων μου την παραζάλη ταξιδεύω, στον κόσμο σου μπορώ τώρα να βρεθώ ,υγρό, ζεστό, σεντόνι ο σάκος σου να μ αγκαλιάζει!

Εκεί, και εγώ, ως έμβρυο, στην άπνοια, ζω μαζί σου τώρα, σε κοιτώ, σε αγγίζω,

… μέσ’ την φωλιά που πλάθεσαι ασφυκτικά χωράω!

Και να με, μαζί σου πια…! Διπλά σου, κοντά σου…!

Η συντροφιά σου σαν την αγνή αγάπη του θεού θυμίζει, ζεστό πυκνό σκοτάδι με αγκαλιάζει…

Ο υπέροχος χτύπος τις καρδιάς σου, ήχος ζωής παρηγορεί τους φόβους μου, μελωδία αγγέλων ηχεί τραγούδι…

Ας μείνουμε εδώ! Και ας κάνουμε μαζί αυτό που δεν έχει ξαναγίνει…!

Εσύ… ποτέ μην γεννηθείς, εδώ να μείνεις!

Και εγώ μαζί σου να χαθώ , μέσα στο άπειρο, πείσω μην γυρίσω….

Μέσα στο όνειρο να μείνω, να ανέβω…να μην ξυπνήσω σας παρακαλώ, να μην ξυπνήσω πάλι!

 

«Η Σκοτεινή» της Αναίς – Κλαίρης Παναγιώτου

Κι έτσι πια άρχισε να ζει στον πληθυντικό. Μέσα της ήθελε να απαλλαγεί απ’αυτή την ιχνηλασία, αλλά προσπαθούσε να μην το σκέφτεται, μη τυχόν και το καταλάβει η άλλη.

«Η Σκοτεινή» της Αναίς – Κλαίρης Παναγιώτου

 

Συνέβη ένα βράδυ. Ή μάλλον ένα πρωί. Εκείνη την παράξενη ώρα που σμίγει το σκοτάδι με το φως. Η Φωτεινή γυρνούσε στο σπίτι από μια έξοδο με τα παιδιά. Επέμειναν να τη γυρίσουν σπίτι με το αμάξι, αλλά αυτή ήθελε να περπατήσει. Δεν πήρε καν το πρώτο μετρό, άλλωστε τρεις στάσεις ήταν μόνο. Προτίμησε να περπατήσει στην αγουροξυπνημένη Αθήνα. Της άρεσε αυτή η αίσθηση, άυπνη στην πόλη με βραδινά ρούχα. Την διασκέδαζε που την κοιτούσαν παραξενεμένοι οι περαστικοί. « Της νύχτας τα καμώματα, τα βλέπει η μέρα και γελά ». Ειδικά σήμερα, πρέπει να ήταν το φόρεμά της. Την κοιτούσαν όλοι πολύ περίεργα. Κάπως σαν φοβισμένοι. Παγιέτες πρωί πρωί. «Πού πήγαινα έτσι;» σκέφτηκε ότι θα έλεγαν στη γειτονιά. Ενώ όμως συνήθως ποσώς την ενδιέφερε η γνώμη του κόσμου. Σήμερα ένιωθε τα βλέμματά τους βαριά επάνω μου. Με ακολουθούσαν σημειωτόν. Περπάτησα λίγο πιο γοργά. Καθώς βάδιζε στο μικρό απόμερο στενό που την οδηγούσε σπίτι, ένιωσε μια παγωμάρα στην πλάτη. Δεν είχε ιδέα το τι συνέβαινε πίσω απ την πλάτη της. Είχε ξήμερώσει και σε κάθε της βήμα, η σκιά της στο πεζοδρόμιο, αυτή που ήταν δεμένη στα πόδια της, ξεκολλούσε λίγο λίγο από το έδαφος και σηκωνόταν. Ώσπου φτάνοντας στο γωνιακό φούρνο, την ακολουθούσε πλέον όρθια και περήφανη, μιμούμενη την κάθε της κίνηση. Ούτε η μυρωδιά του φρέσκου ψωμιού δεν μπόρεσε να ζεστάνει τη Φωτεινή. Διαισθανόταν μια παρουσία. Είχε κοκαλώσει. Κοιτούσε μόνο μπροστά σαν να της είχαν βάλει παρωπίδες μέχρι που έφτασε μπροστά στην πόρτα. Έβγαλε μηχανικά τα κλειδιά από το τσαντάκι της. Άπλωσε το αριστερό της χέρι να βάλει το κλειδί στην κλειδαριά. Τότε είδε. Στην κίνησή της αυτή την ακολούθησε μια σκιά ενός ξένου χεριού. Πάγωσε το αίμα της. Συγκράτησε μια κραυγή και έκλεισε αμέσως τα μάτια. Πήρε δύο βαθιές ανάσες και άνοιξε ήρεμα τα μάτια της. Ίσως να είχε ψευδαισθήσεις από το ποτό. Τα μάτια της έκαναν έναν ολόκληρο κύκλο, κοίταξαν δεξιά, αριστερά, πάνω, κάτω. Τίποτα. Γύρισε απότομα πίσω της και τότε την είδε. Μια μαύρη φιγούρα κι αυτή με κεφάλι γυρισμένο. Προσπάθησε να την πλησιάσει, καθώς παρόλο της παραξενιά της, της φαινόταν άκακη. Εκείνη απομακρύνθηκε. Προσπάθησε να κάνει ένα βήμα πίσω και η Σκιά έκανε ένα βήμα μπροστά. Συνεχίστηκε αυτό για κάποια δευτερόλεπτα. Ήταν σαν να χόρευαν. Η σκοτεινή σιλουέτα μαζί με τη Φωτεινή στην μικρή αυλή της εισόδου. Ώσπου σταμάτησαν. Η Φωτεινή κοίταξε τριγύρω, μήπως κάτι της μοιάσει αφύσικο. Ήθελε να πιστέψει πως είναι ένα όνειρο. Κι όμως, ήταν στην αυλή του σπιτιού της, με τον πράσινο φουντωτό βασιλικό και τη φαγωμένη από τη μελίγκρα μέντα. Τα κάγκελα είχαν το σύνηθες ξεφτισμένο μπλε και μύριζε όπως πάντα το νυχτολούλουδο της γειτόνισσας και το κάτουρο από τις γάτες της γειτονίας που είχαν κάνει την αυλή στέκι τους. Το μόνο περίεργο ήταν αυτή η συννεφιασμένη αντανάκλασή της. Αποπειράθηκε να μπει γρήγορα μέσα στο σπίτι και να την κλειδώσει απ’έξω. Σαν αστραπή ξεκλείδωσε, μπήκε και σφάλισε δυνατά την πόρτα πίσω της. Ήταν σίγουρη ότι δεν είχε προλάβει η άλλη να μπει και πλέον την είχα αφήσει πίσω της. Πόσο αφελής σκέψη; Μπορούμε έτσι απλά να ξεφορτωθούμε τη σκιά μας;

Θα μπορούσε επιτέλους να πάει στο κρεβάτι μου και να κοιμηθεί. Έβγαλε με μια γρήγορη κίνηση τα παπούτσια της και γύρισε να πάω στο δωμάτιό μου. Ήταν εκεί. Αδυνατούσε να το πιστέψει. Όσο την κοιτούσε, τόσο παρατηρούσε πόσο έμοιαζαν. Ίδιο ύψος, ίδιος σωματότυπος. Άλλοτε δεν της άρεσε να μοιάζει με καμία. Ήθελε να διαφέρει. Τώρα όμως ήταν διαφορετικά. Είχε απέναντί της έναν καθρέπτη του εαυτού της. Ήταν κομμάτι της. Ό,τι κι αν έκανε, όπου κι αν πήγαινε, την ακολουθούσε. Η Φωτεινή πήγε στο κρεβάτι της ξάπλωσε, και μαζί και η άλλη. «Όπου είμαι είναι κι αυτή. Είναι η Σκιά μου.» Ήταν η τελευταία σκέψη της πριν αποκοιμηθεί. Κι έτσι πια άρχισε να ζει στον πληθυντικό. Μέσα της ήθελε να απαλλαγεί απ’αυτή την ιχνηλασία, αλλά προσπαθούσε να μην το σκέφτεται, μη τυχόν και το καταλάβει η άλλη.

Κοιμήθηκαν πολύ. Σηκωθήκαν το απόγευμα. Πήγαν στην κουζίνα να φτιάξουν τσάι. Πήραν τηλέφωνο τη μάνα της. Προσπαθήσαν να της εξηγήσουν μέσες άκρες και τελικά της προτείναν να περάσει από κει. Χτύπησε το κουδούνι κατά τις 8. Της ανοίξαν δειλά την πόρτα. Με το που μπήκε χλώμιασε και τα μάτια της τρόμαξαν. Δεν είπε λέξη και πλησίασε να αγκαλιάσει την κόρη της. Την αγκάλιασε κι εκείνη. Η Σκιά έκλεινε με τα χέρια της μια άδεια αγκαλιά. Και πλησίασε να αγκαλιάσει κι αυτή το έγχρωμο ομοίωμά της. Η μάνα και η Φωτεινή δάκρυσαν, η Σκιά τίποτα, αγέρωχη, εξάλλου μάλλον δεν μπορούσε. Η μάνα της μετά από λίγο έφυγε και δεν ξανάρθε ποτέ στο σπίτι. Νόμισε πως αυτό ευθύνεται για ό,τι στοίχειωσε την μοναχοκόρη της. Οι μέρες περνούσαν και η Φωτεινή ολοένα και γινόταν ένα με την σκιά. Έιχε χάσει πολλά κιλά. Πίστευε πως με αυτόν τον τρόπο θα γινόταν και η Σκιά πιο ισχνή και θα κατόρθωνε να τη σβήσει. Δεν είχε πλέον καμία επαφή με την παρέα της. Οι περισσότεροι την είχαν απορρίψει λόγω σκιάς και άλλοι αποδείχτηκαν οι ίδιοι σκιεροί τύποι. Μόνο η Δήμητρα την έπαιρνε κανένα τηλέφωνο που και που να πάρει νέα και να της προτείνει να πάνε για κανά σουβλάκι. Η Φωτεινή αρνιόταν. Δεν καταλάβαινε πως τη Δήμητρα δεν την ενοχλούσε η σκιά. Ήταν που η Δήμητρα γεννήθηκε τυφλή και ζούσε σε έναν κόσμο από σκιές.

Η Σκιά ήταν πάντα εκεί και όλο και πλήσίαζε το λιποβαρές πλέον σώμα της Φωτεινής. Είχαν γίνει σχεδόν ένα. Η Φωτεινή είχε βουτηχτεί στο σκοτάδι. Μια μέρα ξύπνησε μες στην νύχτα αγκαλιά με τη Σκιά της. Στον ύπνο της, της είχε έρθει μια ιδέα. Αν κυκλοφορούσε στο σκοτάδι, δεν θα έβλεπε τη Σκιά της. Βγήκε έξω, περπάτησε εώς ότου να μην υπάρχουν άλλα φώτα. Εκεί η Σκιά την έχασε. Ήταν σαν να κολυμπούσαν μέσα σε μελάνι. Εκεί σκέφτηκε τη Δήμητρα. Χαμογέλασε. Αυτό θα έκανε κάθε νύχτα. Σε αυτή τη μελανή θάλασσα είχε ξαναβρεί την ελευθερία της.

Για πόσο όμως;

Ξημέρωνε.

Αφύπνιση του Σταμάτη Μπογέα

Αυτό που είδε τον έκανε να τρομάξει τόσο πολύ που ακόμα και ο ήχος της κούπας που έσπαγε στο πάτωμα, δεν τον έκανε να τραβήξει το βλέμμα του στο ελάχιστο.

Ήταν ένα Αυγουστιάτικο μεσημέρι σε μια φτωχογειτονιά στα Καμίνια.

Ο Θωμάς, ένας μεσήλικας απόγονος, μιας σχεδόν μικροαστικής οικογένειας, μόνος πια, μετά από το τρομερό τροχαίο δυστύχημα που χάθηκαν οι γονείς του, είχε μόλις ανοίξει τα μάτια του, έπειτα από την χθεσινή κραιπάλη, μπροστά από την τηλεόραση όπως συνήθιζε να σκοτώνει ανηλεώς τον χρόνο του.

Μακροχρόνια άνεργος, ανήμπορος να αντιμετωπίσει όλο αυτό. που ο ίδιος από τα εφηβικά του χρόνια συνήθιζε να λέει σκατοκατεστημένο, είχε κρύψει την άθλια μελαγχολική του ζωή στο πατρικό του δυαράκι.

Με ιδιαίτερη προσπάθεια κατάφερε να σηκώσει το λιπώδες σώμα του από τον καναπέ που είχε αποκοιμηθεί όπως πάντα …

Με ένα σώβρακο, που ένας θεός ξέρει από πότε το φορούσε, ο ίδιος σίγουρα δεν ήξερε, και μια τρύπια φανέλα, γεμάτη λεκέδες από τα πρόχειρα γεύματα που τις περισσότερες φορές ήταν κονσέρβες που η πρόνοια είχε φροντίσει να του φέρει.

Μόνο σε αυτούς άνοιγε την πόρτα του και αυτό μόνο, από καταραμένη ανέχεια, όπως συνήθιζε να λέει στον εαυτό του, όταν τους έκλεινε αγενέστατα την πόρτα στη μούρη.

Δίπλα στο πάτωμα η Πέρλα, ένα γέρικο και παχύσαρκο μπουλντόγκ με αρθριτικά, σάλιωνε το πάτωμα και τον κοιτούσε χωρίς να σαλέψει διόλου…

Περπάτησε ξυπόλυτος προς την κουζίνα, χωρίς ούτε καν να την κοιτάξει, τέντωσε προς τα πίσω την μέση του, με το δεξί του χέρι να προσπαθεί να κρατήσει την κόντρα τις διάτασης και βγάζοντας ένα αναστεναγμό σε μορφή χασμουρητού, άνοιξε τα τσιμπλιασμένα μάτια του για να βρει την χθεσινή γουλιά καφέ που θυμάται ότι περίσσεψε. Προσπάθησε να συγκεντρώσει το βλέμμα του μέσα στην στοίβα από άπλυτα πιάτα, ποτήρια, αποφάγια και ότι άλλο μπορούσε να φανταστεί ο ανθρώπινος νους και Ααα… να τη!

Χωρίς δισταγμό και με περίσσια απάθεια έφερε την βρώμικη κούπα με το κατακάθι καφέ στα χείλη του… Αλλά εκείνη η στιγμή κάτι τον έκανε να παγώσει ολόκληρος… οι τρίχες στον σβέρκο του σηκώθηκαν όλες με μιας και το σώμα του μάγκωσε σε αυτήν την στάση.

Τι συνέβαινε? Ένιωθε ότι, κάτι δεν ήταν όπως ήταν, αλλά τι…? Ένιωθε στην πλάτη του μια παρουσία αλλά αυτό ήταν αδύνατον! Η κουζίνα ήταν τόσο μικρή που δεν υπήρχε περίπτωση … αλλά τι ήταν αυτό…! Ίσως ήταν η ιδέα του, εξάλλου μόλις ξύπνησε και δεν είχε πιει και αυτή την γουλιά καφέ…! ξαφνικά ακούστηκε εκκωφαντικά, χωρίς προηγούμενο, άγρια και δυνατά το γάβγισμα του σκύλου. Του κόπηκαν τα πόδια και ρίγη διαπέρασαν όλο του το σώμα…

Η σκύλα σηκώθηκε απότομα από το πάτωμα και με γρύλισμα φόβου κατευθύνθηκε προς την κουζίνα πίσω από την πλάτη του, εκεί που είχε νιώσει πριν λίγα μόλις δευτερόλεπτα το αταίριαστο… με αργές, πολύ αργές κινήσεις, γύρισε το κεφάλι του πάνω από τον αριστερό του ώμο και με περισσό τρόμο και τρέμουλο κοίταξε με κλεφτές ματιές από πίσω του.

Αυτό που είδε τον έκανε να τρομάξει τόσο πολύ που ακόμα και ο ήχος της κούπας που έσπαγε στο πάτωμα, δεν τον έκανε να τραβήξει το βλέμμα του στο ελάχιστο.

Μπροστά του, εκεί ακριβώς μπροστά του, στο τοίχο του μικρού διαμερίσματος ήταν μια πόρτα, μια πόρτα που δεν ήταν ποτέ πριν εκεί…! Μια παλαιά ξύλινη πόρτα, χρώματος καφέ πράσινο με χρυσό και ξεφτισμένη πετούγια. Δεν ήταν δυνατόν! Πως…? Ακούμπησε την μέση του στον πάγκο και κρατήθηκε με τα χέρια του από αυτόν, προσπαθώντας να κρατήσει όσο μπορούσε απόσταση από την ξένη παρουσία. Του πέρασε φευγαλέα μια σκέψη από το μυαλό να πάει κοντά, να την ανοίξει, αλλά όχι, όχι, αν ήταν κάτι που ο Θωμάς φημιζόταν από την εφηβική του ηλικία ήταν η δειλία του.

Κάθισε εκεί αποσβολωμένος και φώναξε την Πέρλα που είχε πάει στο μπάνιο να λουφάξει από τον φόβο της, που το σκυλίσιο ένστικτο αυτοσυντήρησης της πρόσταζε… Πέρλα!  Φώναξε δυνατά και επιτακτικά για άλλη μια φορά με την φωνή να σβήνει στο χώρο με ένα λυγμό αγωνίας. Τίποτα το κωλόσκυλο ήταν πιο δειλή ακόμα και από αυτόν… άρχισε να κάνει πλάγια βήματα, πάντα κολλημένος στο πάγκος της κουζίνας προσπαθώντας να κρατήσει απόσταση ασφαλείας από μια πόρτα που ξεφύτρωσε στο πατρικό του…

Μόλις ο πάγκος τελείωσε αμήχανα έτρεξε προς την εξώπορτα και έσφιξε το χέρι του στο πόμολο, δίστασε… να βγει έξω? Αυτό ήταν κάτι που μέχρι πριν ήταν αδιανόητο για αυτόν!

Παίρνοντας μισή ανάσα, βιαστικά, άνοιξε την πόρτα και πετάχτηκε με την σώβρακο φανέλα στον διάδρομο του πρώτου ορόφου που το μικρό δυαράκι βρισκόταν…

Μια πόρτα μια πόρτα φώναξε! Μια πόρτα που δεν…

Κανείς…

Εεε με ακούτε ? Μια πόρτα!

Οι γείτονες άρχισαν να ανοίγουν τις πόρτες τους ο ένας μετά τον άλλο με περιέργεια να καταλάβουν ποιος φώναζε στους διαδρόμους .

- Μα ποιος είναι αυτός; ρώτησε η κα Θάλεια, μια ηλικιωμένη άλλοτε κομμώτρια της γειτονιάς, κρατώντας στην αγκαλιά της το μικροσκοπικό τσιουαουα, που γάβγιζε εκνευριστικά.

- Αυτός ο τρελό Θωμάς, τις συχωρεμένης της Αμαλίας, ο γιος. της απάντησε ο απέναντι.

- Και τι λέει? Γιατί φωνάζει το παιδί?

- Δεν κατάλαβα, κάτι ακαταλαβίστικα για μια πόρτα……… πάει του έστριψε τελείως αυτουνού!

- Μη φωνάζεις μεσημεριάτικα! φώναξε προσπαθώντας να δώσει αυστηρό τόνο στην φωνή του.

- Μια πόρτα σας λέω! μια πόρτα είναι μέσα στο σπίτι μου…

- Έλα αγόρι μου… πετάχτηκε πάλι η γριά. Ηρέμησε ο κόσμος θέλει να κοιμηθεί….

- Δεν καταλαβαίνουν… δεν με πιστεύουν… γύρισε και κοίταξε την ανοιχτή εξώπορτα του Τι έπρεπε να κάνει…?

Πλησίασε, μέσα το διαμέρισμα ήταν σκοτεινό…

Με αργά και δειλά βήματα προχώρησε ξανά στο εσωτερικό του διαμερίσματος έκλεισε την πόρτα πίσω του και ακούμπησε την πλάτη του σε αυτήν.

«Δεν είμαι τρελός…» Ψιθύρισε στον εαυτό του.

Με μια κλεφτή ματιά κοίταξε προς το μέρος που είχε δει την πόρτα προκειμένου να επιβεβαιώσει τα λόγια του… Η πόρτα ήταν εκεί!

«Δεν είμαι τρελός… οι γονείς μου, μου λείπουν! Πατέρα… μου λείπεις!»

Σήκωσε το κεφάλι του και κοίταξε τον χώρο γύρω του όπως δεν τον είχε ξανακοιτάξει πριν…

Τι αχούρι! Και αυτή η βρόμα… υγρασία και μούχλα! Σκέφτηκε.

Κάτι άλλαξε μέσα του στιγμιαία, όλα ήταν απαίσια!

Ξεκόλλησε την πλάτη του από την εξώπορτα και χωρίς καν να έχει τον φόβο που μόλις πριν τον είχε καθηλώσει άνοιξε όλα τα παράθυρα και μπήκε ο υπέροχος Αυγουστιάτικος ήλιος στο διαμέρισμα του ξανά! Βάλθηκε με μανία να μαζεύει όλα τα σκουπίδια, καθάριζε όλο το σπίτι μέχρι το επόμενο πρωί χωρίς σταματημό λες και δεν υπήρχε αύριο…

Ένα μήνα μετά ο Θωμάς, ο άλλοτε αγοραφοβικός, δειλός και μακροχρόνια άνεργος είχε πιάσει δουλειά, ως βοηθός στον μαραγκό της γειτονιάς και μάθαινε την τέχνη. Είχε γνωρίσει και την Σούλα μια νεαρά, λίγο ελαφριά, ταμία στο Supermarket που ο Θωμάς συνήθιζε να κάνει τα ψώνια του.

Μια από τις φορές που η Σούλα τον επισκέφθηκε στο μικρό του δυαράκι τον ρώτησε με περίσσια χάρη: «Αυτή η πόρτα γιατί υπάρχει εδώ?»

Ο Θωμάς με ένα γλυκό χαμόγελο στα χείλη, της απάντησε: «Ο πατέρας μου την έβαλε εκεί, για εμένα!»

Η Σούλα δεν κατάλαβε, αλλά δεν ξαναρώτησε ποτέ για αυτό…