Σοφία
Στεκουλέα

Πλάτη στην πόρτα της Αναΐς-Αθηνά Παναγιώτου

...τη φαντάζονταν χωρίς μουσούδα, μονίμως με γυρισμένη την πλάτη και της φάνηκε αστεία αυτή η απουσία.

Η πορτοκαλιά κουρτίνα φίλτραρε το λευκό, παγωμένο φως, αυτής της χειμωνιάτικης μέρας, δίνοντας την ψευδαίσθηση ενός καλοκαιρινού ηλιοβασιλέματος.

Σήμερα ήταν κουρασμένη και κοιτούσε το παράθυρο. Τι σήμαινε αυτό;

Μήπως ξυπνούσαν οι «τάσεις φυγής» της;

Αποφάσισε να τις κοιμίσει πέφτοντας για ύπνο. Σηκώθηκε ύστερα από δυόμιση ώρες και το σούρουπο την βρήκε να κοιτάζει και πάλι το παράθυρο.

Τα φώτα της πόλης άναβαν αργά.

Γύρισε την πλάτη στο παράθυρο. Ευθύς συνειδητοποίησε πως δεν ήταν μόνη. Η κανελή, τιγρέ γάτα ήταν πλάτη στην πόρτα. Είχε ξεμείνει, εκεί, αυτή. Δεν της άρεσαν οι γάτες, αλλά αυτή τη φαντάζονταν χωρίς μουσούδα, μονίμως με γυρισμένη την πλάτη και της φάνηκε αστεία αυτή η απουσία.

Αλήθεια; Αστεία;

Άνοιξε το παράθυρο. Το μυαλό της την τριβέλιζε, τα τριζόνια απ΄ το απέναντι μπαλκόνι τσίριζαν.

«Τσιμουδιά!»

Κι εκείνα απάντησαν: «Για σένα ότι θέλεις! Αφού ξέρεις».

Αυτή η γνώριμη φράση, από τη μια άδειασε την ψυχή της και από την άλλη, γέμισε τα μάτια της με δάκρυα.

«Τι ξέρω;»

Μια ερώτηση που της τρυπούσε τα σωθικά. Η γκρίζα μέρα είχε γκριζώσει την άλλοτε φωτεινή της ψυχή. Σήμερα δεν ήθελε να ξέρει τίποτα. Ποια ήταν;

Μια σκιά. Αρσενική σκιά. Την είδε από το παράθυρο. Περπατούσε με μικρά, κοφτά βήματα. Πάντα προσεκτικά. Μην πατήσει καμιά λακκούβα, μη διακόψει την συνεχή ροή από το ρυάκι που είχε σχηματίσει η βροχή στο δρόμο ή μήπως, για να μην πιτσιλιστεί το καινούργιο του παντελόνι; Γέλασε.

Το ρυάκι γυάλιζε κάτω από το τεχνητό φως του δρόμου. Γοργά κυλούσε να προφτάσει ένα μεγαλύτερο.

«Πού να πηγαίνει αυτό το ασημένιο ποτάμι;» αναρωτήθηκε κι η σκέψη της χάθηκε όπως τα βήματα πάνω στο βρεγμένο οδόστρωμα. Ακολούθησε το ρυάκι. Έτρεχε. Φορούσε μια μπλε και κόκκινη μαρινιέρα. Έκλαιγε και διέσχιζε το δρόμο.

Έφτασε στο σπίτι. Η κανελή, τιγρέ γάτα ήταν πλάτη στην πόρτα.

Κοιτάχτηκε στον καθρέφτη. Φορούσε μια μπλε και κόκκινη μαρινιέρα.

Κοίταξε το παράθυρο.

Ήταν κλειστό.

«Μάντεψε τι λέει η μαμά».

Φωνές. Ξεχώρισε ένα «φοβάμαι», ένα «θα πάρω γιατρό» κι έπειτα χέρια την έπιασαν, την σήκωσαν, την ανάγκασαν να βαδίσει, την ξάπλωσαν μαλακά στο κρεβάτι, την σκέπασαν κι έμεινε μόνη της. Άφησε τα μάτια της ανοιχτά, το κορμί της να αφουγκράζεται, μόνο το στόμα σφράγισε.

 

Καθόταν στην πολυθρόνα της καπνίζοντας το δεύτερο τσιγάρο. Άκουσε τo σώμα τού άντρα της να στριφογυρνά στα σεντόνια.

Είχε αλλάξει πλευρό. Ακόμα λίγα λεπτά για την τελευταία ρουφηξιά τού καφέ της. Συνέχισε να καπνίζει.

Τώρα θα γυρνούσε αργά ανάσκελα, θα άνοιγε τα μάτια του να αναγνωρίσει την ώρα, τη μέρα, τον καιρό.

Βιάστηκε να καταπιεί την τελευταία γουλιά τού καφέ της, να τελειώσει το τσιγάρο της.

Εκείνος θα σηκώνονταν, θα πήγαινε τουαλέτα και μέχρι να βγει θα ήταν έτοιμος ο καφές του. Άναψε το γκαζάκι, γέμισε νερό το παλιό μπρίκι, έριξε τις δυο κουταλιές καφέ και το άφησε να σιγοψήνει. Πήρε την κούπα του από το ντουλάπι και στάθηκε στα σκοτεινά να περιμένει. Άκουσε την πόρτα της κρεβατοκάμαρας να ανοίγει. «Καλημέρα» του είπε, χωρίς να γυρίσει. Εκείνος προσπέρασε την τουαλέτα και πήγε κοντά της. Γύρισε και τον είδε να την κοιτά με βλέμμα επίμονο. Της χαμογέλασε και την φίλησε στο μάγουλο.

-Χιέν ίη τσίμπα.

-Κόφτω.

-Ιηγουιέσα μασό μασώ

Το «έλα» του ακούστηκε παρατραβηγμένο, απότομο. «Για σοβαρέψου. Τι έπαθες;» της είπε κι εκείνη ξαφνιάστηκε, τραβήχτηκε μακριά του. Ο καφές, που παραλίγο να χυθεί, την επανέφερε.

-Νου φε φέεν σε μάα.

-Θα κόψεις την πλάκα;

-Οό κούμιν πάη.

-Δεν σε καταλαβαίνω.

Εκείνη γέλασε. Τι του είπε και θύμωσε; Δεν καταλάβαινε.

-Σοβαρέψου. Κόψε το αστείο.

Την κοίταξε θυμωμένα, ήπιε μια μεγάλη γουλιά από τον καφέ του και πήγε στο κομπιούτερ.

Πράγματι είχε θυμώσει. Αναρωτιόνταν «γιατί;». Βάλθηκε να στύβει πορτοκάλια.

Ο άντρας της, τώρα απέναντί της, πίνοντας πορτοκαλάδα.

Άνοιξε το κινητό του.

- Για πες; Λοιπόν!

- Κου λετσι πανα κιφι;

Κάτι έκανε στο κινητό του και ακούστηκε η φωνή του, έπειτα η δική της φωνή, να αρθρώνει τι; Λέξεις άγνωστες, ήχοι δίχως νόημα. Ακίνητη, χαμένη, να κοιτά. Πήρε το κινητό και το έβαλε και πάλι να παίζει.

Και πάλι η δική της φωνή… ξένη.

Πήγε αργά στο σαλόνι κι έκατσε στην πολυθρόνα της. Κάτι πήγε να πει ο άντρας της, μα ο γιος τους, που είχε ξυπνήσει τον σταμάτησε. Πήγαν και οι δυο κοντά της.

Το βλέμμα της άδειο. Ένα ψύχος απλώνονταν μέσα της, γύρω της.

Φωνές. Ξεχώρισε ένα «φοβάμαι», ένα «θα πάρω γιατρό» κι έπειτα χέρια την έπιασαν, την σήκωσαν, την ανάγκασαν να βαδίσει, την ξάπλωσαν μαλακά στο κρεβάτι, την σκέπασαν κι έμεινε μόνη της. Άφησε τα μάτια της ανοιχτά, το κορμί της να αφουγκράζεται, μόνο το στόμα σφράγισε.

Είχε σκοτεινιάσει όταν ένιωσε στόμα ζεστό να αγγίζει το παγωμένο της μέτωπο.

- Κανόνισα να μας δει γιατρός. της είπε ο άντρας της. Όλα θα πάνε καλά.

Τον κοιτούσε κι ένιωσε τον φόβο του.

Ο ψυχίατρος, την επομένη, τους δέχτηκε με χαμόγελο. Η ηρεμία του την τρέλαινε.

-Μίλα αγάπη μου στο γιατρό. Σε παρακαλώ.

-Σε μάκαο κουατάτα κουέιγιν τίε γουότα;

Είδε τον γιατρό να τα χάνει και κάτι μέσα της γαλήνεψε.

Ο επιστήμονας, όταν ξαναβρήκε την ψυχραιμία του, αφού τους καθησύχασε, απαίτησε αξονική και τους μίλησε για το «τετράπλευρο της γλώσσας» που εδρεύει στον εγκέφαλο και το οποίο, μετά βεβαιότητας, έχει υποστεί βλάβη.

Τα ίδια είπε και ο ψυχολόγος και ο νευρολόγος και ο κάθε ειδικός που επισκέπτονταν επί μήνες.

Αν εξαιρέσεις όλους αυτούς και τα ηρεμιστικά που της χορηγούσαν, προσποιούνταν ότι τα κατάπινε, ποτέ δεν τα άγγιξε, οι μέρες τους κυλούσαν όμορφα. Είχε ξαναμπεί στην ζωή τους το άγγιγμα, το χαμόγελο, το είμαι εδώ και με βλέπεις, το σε βλέπω κι εγώ, το τρώμε παρέα, το καθόμαστε αγκαλιά.

Κατάφεραν ακόμη και να γελάνε, πήρε καιρό, αλλά τα κατάφεραν. Έκαναν πλάκα τα αλαμπουρνέζικα της μαμάς. Έγινε οικογενειακό παιχνίδι: «Μάντεψε τι λέει η μαμά». Κι όλοι ήξεραν ότι κάθε λέξη της μαμάς σήμαινε «είμαστε μαζί».

Ο χαρτοπόλεμος του Απρίλη

Γέμιζε τις χούφτες της με τον χαρτοπόλεμο, τις σήκωνε, τις άνοιγε προς τον ουρανό κι εκείνες χόρευαν με τον άνεμο, στον άνεμο.

Ο δρόμος της με προορισμό. Δεν κοιτούσε γύρω της.

Τα μάτια της καρφωμένα μπροστά, αδιάφορα, δεν την ενδιέφερε η διαδρομή, προτεραιότητα να φτάσει στο σπίτι της. Ήθελε να απαλλαγεί το γρηγορότερο από τα παπούτσια της, τα ρούχα της, το ό,τι την πίεζε. Να χωθεί στις πιτζάμες της, να βουλιάξει στο κρεβάτι της. Να ξεπλυθεί από τα «αναγκαστικά» της μέρας.

Είχε μια κουραστική μέρα.

Σκιά η ίδια, μες τις σκιές και το τοπίο της διαδρομής, το ίδιο. Βήματα με ρυθμό, σε μονότονο τέμπο. Το βλέμμα ευθεία μπροστά, δίχως να κοιτά. Τίποτα να ξαφνιάσει το μέσα της.

Μέχρι που την είδε. Κομμάτι καταγάλανο του ουρανού της φάνηκε πεσμένο στην άσφαλτο. Στην μέση της λεωφόρου να σαλεύει με ρυθμό. Μουσική άπλωνε στους μονότονους κτύπους της πόλης. Κοίταξε γύρω της, να δει αν την κοιτούν κι άλλοι.

Η μπλε σακούλα, στη μέση της ασφάλτου, κανενός δεν άλλαξε το βήμα, κανενός δεν τράβηξε το βλέμμα, δεν διέκοψε την διαδρομή τους. Οι περαστικοί παρέμεναν σκιές να την προσπερνούν. Oι παρέες, τα ζευγάρια, απορροφημένοι στο γαϊτανάκι των προσδοκιών τους. Έκατσε στο παγκάκι και την παρακολουθούσε. Αφουγκράζονταν τους παφλασμούς της, τώρα και δικοί της.

Το φανάρι άναψε και τα λιγοστά αυτοκίνητα ξεχύθηκαν στην λεωφόρο. Άλογα αφηνιασμένα της φάνηκαν, να ρίχνονται σε κούρσα άσκοπη. Την είδε να μπλέκεται στις ρόδες τους, ο χορός της να κόβει την πορεία τους, να τους ξαφνιάζει, να σιχτιρίζουν και να προσπερνούν. Τα ακροβατικά της την έκαναν να χαμογελάσει. Γελούσε και με τους οδηγούς, με τις αντιδράσεις τους, με το «δεν είμαι έτοιμος να αντιμετωπίσω… μια μπλε σακούλα στον δρόμο μου, ένα κομμάτι του ουρανού πεσμένο να επιτρέψω να κόψει το διάβα μου».

Από πού ερχόταν η σακούλα; Ποιος την πέταξε; Απάντησε στις σκέψεις της. Οι άνθρωποι της πόλης μου έχουν μάθει να τοποθετούν τις βρωμιές τους στην θέση τους. Τα σκουπίδια τους, ανακυκλώσιμα και μη, σφραγίζονταν με επιμέλεια και πετιόντουσαν στους ανάλογους κάδους. Άρα, έχει ξεφύγει από το σωρό της. Μάταια προσπάθησαν να της εμφυσήσουν τον τόσο σπουδαίο σκοπό της, την χρησιμότητά της, την θέση της στην κοινωνία. Εκείνη αρνήθηκε μια ζωή ασφαλή, με προορισμό και στα κρυφά γαντζώθηκε από το πρώτο φύσημα. Λαθρεπιβάτης του ανέμου.

Η λεωφόρος και πάλι άδεια. Διέσχισε αργά την απόσταση που τις χώριζε και την μάζεψε. Περπατούσε αγέρωχη με την άδεια σακούλα στο χέρι, παράταιρη στο ντύσιμο της, στο βήμα της. Κρυφογελούσε μέσα της, γιατί άλλαζε τους περαστικούς από σκιές, σε ανθρώπους που νοιάζονταν, έστω και για να την περιγελάσουν. Τους κορόιδευε μες τα μούτρα για ό,τι σκέφτονταν.

Έφτασε στο σπίτι της. Όλα έμοιαζαν να την καλωσορίζουν. Ανέβηκε δυο-δυο τα σκαλιά, άνοιξε την πόρτα της, όλα τα φώτα, και έψαξε για το ψαλίδι. Το βρήκε κι αρχίνισε ακούραστα να δίνει σχήμα στο πλαστικό. Το τραπέζι γέμισε από μπλε αστέρια, κύκλους, τετράγωνα, καρδιές, παραλληλόγραμμα. Εκατοντάδες απειροελάχιστα κομφετί σε όλα τα γεωμετρικά σχήματα. Γέμισε την αγκαλιά της κι έτρεξε στην ταράτσα. Γέμιζε τις χούφτες της με τον χαρτοπόλεμο, τις σήκωνε, τις άνοιγε προς τον ουρανό κι εκείνες χόρευαν με τον άνεμο, στον άνεμο. Τα αστέρια άρπαξαν τις καρδιές και τις φόρεσαν στο κέντρο τους, τα γαλανά αστεράκια τα στόλισαν στις ουρές τους, τα παραλληλόγραμμα έγιναν βροχή καταγάλανη, ώσπου το φεγγάρι ζήλεψε και διεκδίκησε όλα τα υπόλοιπα κομμάτια. Χαμήλωσε στις χούφτες της γυναίκας και πήρε οτιδήποτε της περίσσεψε. Εκείνη την νύχτα, όσοι ελάχιστοι κοίταξαν τον ουρανό, είδαν τα αστέρια μπλε, με ουρές καταγάλανες και το θαλλός του φεγγαριού με λάμψη από ζαφείρι. Έμεινε ως το ξημέρωμα στην ταράτσα, να κοιτά τον ουρανό φορεμένο τον χαρτοπόλεμο της.

Κοιμήθηκε με τα ρούχα και το χαμόγελό της.

 

Παρουσίαση & συνέντευξη

«Φάρος είναι η τέχνη, για να μην πέσουμε στα βράχια…»
Μάρτιος 5, 2018
Σοφία Στεκουλέα: «Φάρος είναι η τέχνη, για να μην πέσουμε στα βράχια…»

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ

της πεζογράφου ΣΟΦΙΑΣ ΣΤΕΚΟΥΛΕΑ

στον Νίκο Λαγκαδινό

«Αποδότες», μας λέει η Σοφία Στεκουλέα, «είναι οι άνθρωποι που έχουν επιλέξει να βρίσκονται στο περιθώριο, να μην αποζητούν και να μην δέχονται την εξουσία. Οι άνθρωποι που ζουν το παρόν, που αντιμετωπίζουν τα όσα τους φέρνει η κάθε μέρα, χωρίς να έχουν όνειρα. Είναι αυτάρκεις και έχουν αναγνωρίσει τις πραγματικές αξίες της ζωής όπως: Ο ήλιος, η θάλασσα, η ανατολή, η δύση, ο άνθρωπος. Χαρακτήρες σμιλεμένοι από πέτρα και ήλιο, γυμνοί από καθωσπρεπισμούς…» Το μυθιστόρημα «Αποδότες» διαπραγματεύεται αυτό ακριβώς που βασανίζει στις μέρες ένα μεγάλο τμήμα του πληθυσμού, και όχι μονάχα της ελληνικής κοινωνίας. Διότι η κρίση που έχει απλωθεί σε ολόκληρη την Ευρώπη, κατατρώγει τα σπλάχνα της, καταστρέφει τα άτομα, κι επιπλέον έχει διαλύσει τον κοινωνικό ιστό. Ζούμε απλώς. Καθημερινά κάνουμε λογαριασμούς. Πληρώνουμε συνεχώς και κάποια στιγμή θα μείνουμε ως μνημεία ενός κατακλυσμού που έπνιξε τα πάντα και τους πάντες. Έπνιξε τα όνειρα των ανθρώπων, τους έκρυψε τον ήλιο, τη δύση, την ανατολή… Πνίγονται οι άνθρωποι και αναζητούν σανίδα σωτηρίας.

Οι «Αποδότες» είναι ένα μυθιστόρημα  σημαντικό διότι δεν ανήκει στα έργα εκείνα που τα διαβάζεις για να μοιάσεις στον ήρωα ή στην ηρωίδα ενός ερωτικού ημερολογίου. Οι ήρωές της θέλουν να είναι ασυμβίβαστοι με τους κανόνες μιας κοινωνίας που συμπεριφέρεται ως τύραννος. Η συγγραφική φλέβα της Σοφίας Στεκουλέα μας έδωσε ένα λαμπρό δείγμα πεζογραφικής δεινότητας. Το βιβλίο της έχει αρετές και δεν πιστεύω ότι είναι ο ρομαντισμός που κινεί τους ήρωές της, τους οποίους αντιμετωπίζει διακριτικά και με τρυφερότητα, αλλά η γνώση των συνθηκών μέσα στις οποίες ζουν. Και πρέπει να σημειωθεί ότι εκείνο που τους κινεί είναι ένα αίσθημα αξιοπρέπειας που, φυσικά, δεν έχει καμιά σχέση, αισθητή τουλάχιστον, με την υπερβατική τάξη.

Αλλά, καλύτερα να διαβάσετε το βιβλίο της και τη συνέντευξη που ακοολουθεί:

Μπροστά της θέριευαν κοτρώνες άνισα βαλμένες στο χώμα, κούτσουρα που στέκονταν παλουκωμένα. Είδε το πεσμένο πάτωμα, ξεχώρισε το τζάκι με την καμινάδα του να χάσκει.

«Ήταν στάβλος για χρόνια, που θα πας να μείνεις;» της είχε πει…

Λόγια χωρίς ταυτότητα κι η Άννα δίχως κραυγή. «Όταν κραυγάζεις υπάρχει ακόμα ελπίδα. Όταν σιωπάς σημαίνει δέχεσαι το αμετάκλητο, το αναπόφευκτο, το καθολικό. Ανεπιστρεπτί ότι χάθηκε. Μένω στη σιωπή σημαίνει βυθίζομαι, ξεριζώνομαι. Μισεμός. Χαλάσματα γύρω σου κι εσύ ορθή, δίχως το δίλημμα: «Να προχωρήσω ή να χαθώ;»»

Μέρες που δεν συγχωρούν. Μέρες χωρίς συγνώμη την έφεραν εδώ.

Οι ίδιες μέρες μα από άλλες διαδρομές έφεραν πλάι στην Άννα, την Αλεξάνδρα, την Άρτεμη, την κυρά Ευγενία, τον Διονύση, τον Τζαβά.

«Δρόμοι παράλληλοι που κατά λάθος συναντιούνται. Κι εκεί οι άνθρωποι, σ΄ αυτήν τη στιγμή του χρόνου που οι οδοί συγκλίνουν κοιτάζονται και γεννιέται έρωτας, βιώνουν μίση, για μια στιγμή στο κατά λάθος του σύμπαντος, στην αυθαιρεσία των παθών, στο χωρισμό τους, στην επαναφορά των σωστών παραλλήλων, των δρόμων, στη ροή την ακόλουθη».

Όλοι τους αποδότες που η σιωπή τους το φανερώνει.

Τι ήταν εκείνο που σας οδήγησε στη συγγραφή;

Η ανάγκη. Μια λέξη που κρύβει δύναμη, ιστορίες που έχουν ξεχαστεί, αλήθειες που έχουν πληγώσει, ψέματα που έχουν διδάξει. Δεν υπήρξα ποτέ καλή στα λόγια. Κάνω σαρδάμ συνεχώς, παραποιώ λέξεις, «παρετυμολογώ» συνεχώς στο λόγο. Οι οικείοι μου με διόρθωναν μέχρι που κουράστηκαν. Η επικοινωνία για μένα, από μικρό παιδί ήταν γραπτή. Ξεκίνησα ως αναγνώστης και μετέπειτα ως γραφιάς. Γιατί αυτό είναι ο δημοσιογράφος και ο συγγραφέας, γραφιάδες και εργαλεία τους οι λέξεις για να αποδώσουν όσο το δυνατόν καλύτερα και κατανοητά τα όσα θέλουν να πουν. Το αν αξίζει να τα πουν, στην προκειμένη να τα γράψουν, το κρίνει ο αναγνώστης.

Από πού αντλείτε την έμπνευσή σας για τα βιβλία σας;

Έχοντας υπάρξει δημοσιογράφος έμαθα να παρατηρώ ανθρώπους, μυρωδιές, βλέμματα, γκριμάτσες, στιχομυθίες. Τα όσα μάζευα την κάθε μου μέρα, γέννησαν σκέψεις που κατέγραψα, έπειτα γεννήθηκαν πρόσωπα που θα μπορούσαν να τις υπερασπιστούν κι έπειτα έπλασα ζωές, ψεύτικες, που μαρτυρούσαν αλήθειες.

Τι είναι οι «Αποδότες»;

Αποδότες εννοιολογικά είναι οι βοηθοί του χτίστη. Οι μεταφορείς της λάσπης. Στο βιβλίο είναι οι άνθρωποι που έχουν επιλέξει να βρίσκονται στο περιθώριο, να μην αποζητούν και να μην δέχονται την εξουσία. Οι άνθρωποι που ζουν το παρόν, που αντιμετωπίζουν τα όσα τους φέρνει η κάθε μέρα, χωρίς να έχουν όνειρα. Είναι αυτάρκεις και έχουν αναγνωρίσει τις πραγματικές αξίες της ζωής όπως: Ο ήλιος, η θάλασσα, η ανατολή, η δύση, ο άνθρωπος. Χαρακτήρες σμιλεμένοι από πέτρα και ήλιο, γυμνοί από καθωσπρεπισμούς. Την πρωτάκουσα από μια γριά μανιάτα πριν χρόνια και την κράτησα μέσα μου. Σήμερα, ομολογώ ότι εκείνη ήταν η στιγμή που γεννήθηκαν οι Αποδότες και όχι πριν τέσσερα χρόνια που ξεκίνησα να γεμίζω άδειες κόλλες χαρτί.

Οι ήρωές σας γιατί επιλέγουν τη φυγή;

Για τους ίδιους δεν είναι φυγή. Φυγή ήταν το ό,τι μέχρι τώρα ζούσαν, πέρα από το συνειδητό, το αληθινό. Τους πήρε η μπάλα της κοινωνίας και κυλούσαν δίχως να κάνουν επιλογές. Αυτό τους έμαθαν για σωστό, αυτό έκαναν. Με τα μάτια των κοινωνικά αποδεκτών, είναι πράγματι φυγή. Σε αυτή τους οδήγησε η απώλεια. Για τους ίδιους είναι η επιλογή του να γνωρίσουν τον εαυτό τους. Να μην κάνουν πλέον συμβιβασμούς. Να ανακαλύψουν το πραγματικά αληθινό μέσα τους και γύρω τους.

Ποια, κατά τη γνώμη σας, είναι τα μεγαλύτερα προβλήματα της ελληνικής κοινωνίας;

Η υποκρισία, η έλλειψη κοινής λογικής, η υποτίμηση της νοημοσύνης του άλλου, η αγένεια, ο εγωισμός, τα πασαλείμματα κι όχι το δημιουργώ, η ημιμάθεια. Όλα τα παραπάνω, αν τα αποδώσουμε σε ένα σύστημα, οδηγούν τους ανθρώπους, που αποτελούν την κοινωνία, στον «ωχαδελφισμό» και στο μέγα ερώτημα – απάντηση, που όλοι μας έχουμε, έστω και μια φορά δώσει, «Εγώ θα φτιάξω την κοινωνία;». Οι Αποδότες δεν αναρωτιούνται, δεν θέλουν να φτιάξουν την κοινωνία, δεν τους αφορά, θέλουν να φτιάξουν τους ίδιους και η πικρή διαπίστωση είναι ότι φτιάχνοντας τους ίδιους, φτιάχνουν τον κόσμο.

Είναι ο κόσμος μας παράλογος;

Είναι ερώτηση αυτή για να απαντήσω; Θέλει αυτή η ερώτηση απάντηση; Προανέφερα την κοινή λογική, ακριβώς γιατί νιώθω ότι είμαστε πρόσωπα, όλοι μας, σ’ ένα αφήγημα φανταστικού ρεαλισμού. Παρακολουθούμε στην καθημερινότητά μας να χάνονται ζωές σε ληστείες ευτελών ποσών και αντικειμένων. Να αυτοκτονούν άνθρωποι για χρέη, να κακοποιούνται παιδιά, να τρώνε άνθρωποι από τα σκουπίδια. Έτσι παρουσιάζονται στις ειδήσεις. Να το δούμε αλλιώς; Πόση αξία έχει η ανθρώπινη ζωή; Ένα κλεμμένο κασετόφωνο; Ένα πουλημένο κινητό στην Ομόνοια; Ένα αναμμένο μαγκάλι σε διαμέρισμα με κομμένο το ρεύμα; Δεν θέλω να συνεχίσω σε τούτο το ερωτηματολόγιο… του Ιονέσκο, του Γκόγκολ, του Πιραντέλο, του Κάφκα, του Όργουελ…

Τι είναι εκείνο που δίνει νόημα στον άνθρωπο;

Ο έρωτας σε κάθε μορφή του. Έρωτας για μια ιδέα, για το δίκαιο, για το όμορφο, για το πραγματικό, για το αληθινό. Ο έρωτας είναι δημιουργία. Ο έρωτας στις μέρες μας καταζητείται. Οι νέοι αναφέρουν το σεξ ως έρωτα, αυτό γνωρίζουν. Σε μια εποχή που καλπάζει, κανείς δεν στέκεται να ανταλλάξει ματιές, να αγγίξει, να νιώσει, να ερωτευτεί. Έτσι χάθηκε το νόημα. Πώς να ονειρευτούν ένα καλύτερο κόσμο και να αγωνιστούν να τον δημιουργήσουν όταν οι αριθμοί και μόνο ορίζουν την ζωή τους; Λογισμικά, λογιστικά και φτάσαμε στα αλόγιστα.

Υπάρχει ορισμένο κοινό στο οποίο απευθύνεται το βιβλίο;

Έχω κατηγορηθεί ότι οι ιστορίες μου γίνονται κατανοητές από τον καθένα. Για μένα, έχοντας υπάρξει δημοσιογράφος, αυτό ήταν και είναι το μέγιστο επίτευγμα. Στους Αποδότες δεν ξέρω αν το έχω καταφέρει. Άλλωστε, πιστεύω ότι το κοινό δεν ορίζεται από τον συγγραφέα, απλώς προσέρχεται. Ο συγγραφέας εύχεται να αγαπηθεί το έργο του, να σταθεί μόνο του και αν χρειαστεί να τον υπερασπιστεί.

Σας απασχολεί η γνώμη των κριτικών;

Θα έλεγα ψέματα αν υποστήριζα το όχι και το ναι όμως δεν με αντιπροσωπεύει. Όταν γράφω είμαι μόνη μου. Ποτέ δεν σκέφτομαι ποιον θα στεναχωρήσω ή θα ευχαριστήσω. Ύστερα, υπάρχει η αγωνία, αλλά το έργο έχει πάρει πια το δικό του δρόμο. Η όποια κριτική ασκείτε, με βάζει σε σκέψεις για το επόμενο έργο και με προκαλεί να σκαφτώ, ακόμη βαθύτερα.

Ποια θεωρείτε ως την πιο υπερτιμημένη αρετή σήμερα;

Την ειλικρίνεια. Ειδικά, όταν την επικαλούνται αγενείς άνθρωποι, προκειμένου να σου επιτεθούν και να σε αφοπλίσουν στο όνομα της αλήθειας. Μόνο που ως γνωστόν η αλήθεια δεν έχει μόνο μία όψη –ο καθένας έχει και τη δική του- και βέβαια υπάρχουν πολλοί τρόποι για να την πεις, χωρίς να προσβάλεις. Ναι, θα πληγώσεις, αλλά δεν θα εξευτελίσεις.

Σας ενδιαφέρει η πολιτική;

Είμαι πολιτικό ον, με την έννοια ότι τα πάντα είναι πολιτική. Η κομματικοποίηση όμως είναι κάτι ξένο για μένα. Αποδέχομαι τον ορισμό του Βίλχελμ Ράιχ, που ξεχωρίζει τους πολιτικούς από τους πολιτικάντηδες, οι πρώτοι νοιάζονται, όπως έχει γράψει, για τις επόμενες γενιές, ενώ οι δεύτεροι για τις επόμενες εκλογές.

Τι γνώμη έχετε για τους πολιτικούς;

Πρωτίστως είναι άνθρωποι και ως ανθρώπους τους κρίνω. Κάποιοι από αυτούς υποκύπτουν στις τετριμμένες ανάγκες των καιρών τους. Ελάχιστοι στέκονται πάνω από τις ανάγκες και χαράζουν δρόμους, σέβονται τους συμπολίτες τους κι όχι μόνο τους ψηφοφόρους τους. Ευτυχώς, στην ζωή μου γνώρισα πολιτικούς αξιόλογους που ήταν πρώτα άνθρωποι, συνάδελφοι, φίλοι, γονείς και μετά πολιτικοί. Όλους, τους ρόλους της ζωής τους, τους τιμούσαν και ακόμα κι αν διαφωνούσα με τον τρόπο που θέλαν να γίνουν τα πράγματα, ήξερα ότι ο στόχος ήταν κοινός.

Ποια είναι η θέση της τέχνης (θέατρο, μουσική, ζωγραφική, κ.λπ.) στην εποχή μας;

Φάρος είναι η τέχνη, για να μην πέσουμε στα βράχια. Βέβαια σε κάθε εποχή η τέχνη προηγείται του καιρού της. Αλίμονο αν δεν το κάνει. Ο τρόπος που βλέπει ο καλλιτέχνης τα πράγματα, τα όσα συμβαίνουν, το όνειρό του, η διαφορετική ματιά του, στο ως τώρα κλασικό, είναι η διαθήκη που αφήνει στους επόμενους. Σήμερα, ευτυχώς, υπάρχει πληθώρα «ρομαντικών» που δημιουργούν και ανθρώπων που τους παρακολουθούν. Από την άλλη όμως, αυτό που σε κάνει να δυσανασχετείς είναι ότι υπάρχουν κάποιοι που προσπαθούν να χαλιναγωγήσουν την τέχνη και να καθοδηγήσουν τους φιλοτέχνους σε συγκριμένα έργα. Το ευτύχημα είναι ότι οι άνθρωποι της εποχής μας αντιστέκονται.

Μήπως η τέχνη κινδυνεύει να απομονωθεί εξαιτίας της τηλεόρασης και συνεπώς μήπως πρέπει να αναζητήσει καινούργιες μορφές και να επανεξετάσει την κοινωνική λειτουργία της;

Η τηλεόραση είναι παράλληλος δρόμος με την τέχνη. Είναι στην ζωή μας πενήντα χρόνια και αυτό το «παιχνίδι» πλέον είναι ξεπερασμένο. Δεν μπορώ να προσπεράσω το γεγονός ότι σε κάνει αναγνωρίσιμο και συνεπώς ευπώλητο. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι σε κάνει δημιουργό. Αργά ή γρήγορα ο βασιλιάς θα είναι γυμνός, γιατί οι τηλεθεατές-φιλότεχνοι αναγνωρίζουν το αληθινό. Είμαι παιδί της τηλεόρασης, γεννήθηκα μαζί της. Γέννημα του 1966. Η τηλεόραση στην Ελλάδα, η χειραγώγηση του Έλληνα τηλεθεατή. Ο Γρηγόριος Ξενόπουλος, το έργο του αλλά και άλλων, μέσα από το «χαζοκούτι» έγιναν γνωστοί. Η τέχνη στις μάζες. Και σήμερα τα τουρκικά. Σίγουρα θα βρεθεί ένας νέος δρόμος. Δεν ξέρω εάν αυτός θα είναι το ίντερνετ ή κάτι άλλο, πιο νεότερο που θα έρθει, αλλά η πραγματική τέχνη είναι διαχρονική, αθάνατη και πάντα θα βρίσκει τον δρόμο της προς το κοινό.

Σε μια εποχή αποξένωσης, πολεμικών συγκρούσεων, κοινωνικών αναταραχών, φτώχειας, ανισοτήτων, φόβου για την επόμενη ημέρα κ.λπ., τι μπορεί να κάνει η τέχνη;

Ο καλλιτέχνης έχει χρέος στις μέρες μας να σε κάνει να πάψεις να φοβάσαι. Ο φόβος είναι συναίσθημα, δεν σε σκοτώνει. Η τέχνη οφείλει να οδηγεί τους ανθρώπους σε άλλα συναισθήματα. Έρωτα, αγάπη, φιλία, τρυφερότητα, φροντίδα και από την άλλη να σου θυμίσει απλά ότι όλα αυτά, τα άσχημα, έχουν ξανασυμβεί. Η ανθρωπότητα έφτασε ως εδώ διανύοντας διαδρομές σε παρόμοιες εποχές και πάντα η ζωή και η τέχνη ’βγαίναν νικητές.

Έχει πνευματικότητα η κεντρική εξουσία (η κυβέρνηση, τα κόμματα);

Πάντα αναρωτιόμουν, πώς τόσοι άνθρωποι, που έχουν τελειώσει τόσα πανεπιστήμια, που έχουν τόσες περγαμηνές, παίρνουν τόσο στείρες αποφάσεις. Δεν θέλω να επεκταθώ άλλο. Θλίβομαι.

Η νεοελληνική κοινωνία, γενικότερα, έχει πνευματικότητα;

Ημιμάθεια έχει και πτυχία. Άγεται και φέρεται. Δεν είμαι σκληρή, κουρασμένη είμαι. Θέλω να πιστεύω ότι οι πνευματικοί άνθρωποι, δεν είναι μια μικρή μειοψηφία δίχως δύναμη. Είναι εκείνοι, οι επίσης κουρασμένοι από τα όσα αντιλαμβάνονται, παρακολουθούν και δεν θέλουν να επηρεάσουν, έως ότου κατασταλάξουμε σαν κοινωνία. Είναι ο καταιγισμός των πυρών από τα ΜΜΕ, είναι η επικρατούσα κουλτούρα, που δείχνει ότι η κοινωνία για την ώρα παίρνει ανάσα. Δεν είμαστε αυτοί. Ποτέ δεν υπήρξαμε. Αυτό που προβάλλεται είναι η εξαίρεση. Ο κανόνας είναι η πνευματικότητα.

Τι σημαίνει για σας η λέξη «ήθος»;

Το ηθικό. Μόνο που έχω ένα διαφορετικό ορισμό σε σχέση με την ηθική του Κρέοντα, αποδεχόμενη τη στάση και θέση της Αντιγόνης, εκείνη των άγραφων νόμων. Υπό αυτή την έννοια, ήθος σημαίνει να έχεις το σθένος να αντισταθείς στους ορισμένους από την πλειοψηφία νόμους και να τους υπερασπίζεσαι, παρά την εν πολλοίς αναμενόμενη κριτική που θα δεχθείς. Έτοιμος, συνειδητά, να οδηγηθείς στην «αγχόνη».

Ποια είναι η ωραιότερη λέξη της ελληνικής γλώσσας;

Ανασκαλεύω. Ως συγγραφέας ανασκαλεύω συναισθήματα, ανασκαλεύω λέξεις. Ως μητέρα ανασκαλεύω τρόπους, ανασκαλεύω ιστορίες για να διδάξω τα παιδιά μου. Ως σύζυγος ανασκαλεύω μνήμες για να αντέξω. Ως φίλη ανασκαλεύω περιπέτειες. Ανασκαλεύω τη ζωή μου συνεχώς.

Ποιος φταίει για το περιορισμένο λεξιλόγιο των νεοελλήνων: οι γονείς, το σχολείο, τα μέσα ενημέρωσης, η παγκοσμιοποίηση;

Όλοι μας. Το κυνήγι του φαίνεσθαι κι όχι του είναι, των πλούσιων βιογραφικών. Αυτό απαιτεί η κοινωνία αυτό της προσφέρουμε απλόχερα. Καταργήσαμε το «μεσημεριανό» τραπέζι που όλα εκεί θα ειπωθούν, τα σοβαρά, τα αστεία, το σωστό, το λάθος, τα κουτσομπολιά. Δεν μιλάμε μεταξύ μας, επιδεικνυόμαστε. Δεν ακούμε τους συνομιλητές μας. Οι δάσκαλοι, οι παρουσιαστές είναι γονείς, άνθρωποι σαν και μας, με τα ίδια προβλήματα, με τα ίδια άγχη, δεν είναι άλλο είδος. Πώς απαιτούμε να είναι άλλοι, όταν εμείς είμαστε αυτοί. Εδώ, επιτρέψτε μου να παραθέσω ένα κομμάτι από τους Αποδότες, «… οι λέξεις είναι εικόνες, δηλαδή, ζωγραφιές κι οι ζωγραφιές έχουν χρώμα, όταν εσύ τις γράφεις λάθος γίνονται ασπρόμαυρες κι άσχημες και δύσκολα διαβάζονται. Ναι, οι λέξεις είναι εικόνες, ζωγραφιές, χρώματα, συναισθήματα, μυρωδιές, σιωπές» του είχε γράψει κι εκείνος αγωνιζόταν να νιώσει το ό,τι αναδύονταν από τα γραφόμενά της.

Υπάρχει περιβαλλοντική ευαισθητοποίηση στους πολίτες ή όλοι γράφουν στα παλιά τους τα παπούτσια την προστασία του περιβάλλοντος;

Με προσβάλλει το «απαγορεύεται το πτύειν». Εξοντωτικά πρόστιμα και νόμοι, που υποκριτικά οι «άρχοντες» του κόσμου, προσποιούμενοι ότι ενδιαφέρονται για το καλό του πλανήτη, επιχειρούν με τον φόβο να τους επιβάλουν. Είμαστε ευαίσθητοι σε θέματα του περιβάλλοντος και σε ό,τι δεν είμαστε, φταίει που δεν γνωρίζουμε. Ενημέρωση χρειαζόμαστε για να αποκτήσουμε συνείδηση και υπευθυνότητα, όχι να μας τιμωρούν σαν μικρά παιδιά και να μας τρομάζουν. Από τη μια βάζουν φόρο τέσσερα λεπτά την πλαστική σακούλα και την ίδια ώρα στην Αμερική, οι βαριές βιομηχανίες μολύνουν ασυλλόγιστα την ατμόσφαιρα. Για την προστασία του περιβάλλοντος χρειάζεται παιδεία, συλλογικότητα και προσπάθεια. Δεν πρέπει να φαινόμαστε, πρέπει να είμαστε.

Κινδυνεύουμε στ’ αλήθεια από τη μόλυνση του περιβάλλοντος ή απλώς πρόκειται για υπερβολές των οικολόγων;

Κινδυνεύουμε, εάν δεν μάθουμε να σεβόμαστε τον χώρο που μας φιλοξενεί. Στο βωμό του κέρδους και της καλοπέρασης απομυζούμε τα πάντα γύρω μας. Το παρόν και όχι το μέλλον, υπάρχει για εμάς. Καμιά κληρονομιά για τα παιδιά μας, εάν δεν αλλάξουμε στάση και συμπεριφορά απέναντι στον πλανήτη. Εάν συνεχίσουμε να μολύνουμε ασυλλόγιστα. Εάν δεν αυξήσουμε τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Εάν δεν δώσουμε τον χρόνο που χρειάζεται ο πλανήτης να ανασάνει κι όσο το ισοζύγιο θα γέρνει προς την πλευρά της «πάρτης» μας, τότε θα πρέπει να περιμένουμε το βίαιο ξέσπασμα της φύσης.

Μήπως κινδυνεύουμε από τους πρόσφυγες/μετανάστες;

Από κανέναν δεν κινδυνεύουμε, παρά μονάχα από τον εαυτό μας. Ο φόβος είναι εχθρός κι όχι οι άνθρωποι. Τι σημαίνει πρόσφυγας; Ο άνθρωπος που τρέχει προς τη φυγή, ο κυνηγημένος. Πως μπορούν να με πείσουν κάποιοι στενόμυαλοι ότι η μάνα με τα παιδιά της που τρέχει να γλιτώσει τη φρίκη του πολέμου, είναι κίνδυνος; Σίγουρα, δεν είμαστε μια εύρωστη κοινωνία που μπορεί να σηκώσει αυτό το υπέρογκο βάρος και να προσφέρει ευπρεπείς συνθήκες διαμονής και ένταξης. Δεν επιτρέπω όμως να γίνω θήραμα, να εκμεταλλευτούν κάποιοι τον αυτονόητο φόβο μου προς το άγνωστο – ξένο. Στο βιβλίο Αποδότες, εξάλλου, οι χαρακτήρες δέχονται άκριτα και χωρίς φόβο τους άλλους -όλους τους άλλους- κι εκείνοι, με τη σειρά τους, δεν τους κρίνουν, ούτε τους καταδικάζουν. Είμαστε λαός που σεβόμαστε τη διαφορετικότητα και δεν αρνούμαστε τη βοήθεια στον κατατρεγμένο όταν μας τη ζητά.

Υπάρχει φόβος να χάσουμε την εθνική μας ταυτότητα;

Η εθνική μας ταυτότητα είμαστε εμείς. Δεν μπορούμε να τη χάσουμε. Μόνο να την παραχωρήσουμε, να τη δώσουμε. Όπου κι αν βρεθώ στον κόσμο είμαι Ελληνίδα. Μιλάω ελληνικά, είμαι χριστιανή ορθόδοξη, έχω καταγωγή από τη Σύρο γι’ αυτό είμαι γλυκιά σαν το λουκούμι της, από τη Μάνη γι’ αυτό είμαι και σκληρή σαν την πέτρα της κι επειδή μεγάλωσα στην Αθήνα ο Αττικός ουρανός με ακολουθεί στο βλέμμα. Αυτά ποιος μπορεί να μου τα πάρει; Θέλω να δω τον θαρραλέο που θα τα ζητήσει.

Δικαιούμαστε να υποστηρίζουμε ότι είμαστε απόγονοι των αρχαίων Ελλήνων;

Είμαστε, δεν το δικαιούμαστε. Δεν θα διεκδικήσω κάτι που είμαι. Όταν τρώω φακές ξέρω ότι ο βασιλιάς του Άργους, Αγαμέμνονας –17ο αιώνα π.Χ.- και ο φιλόσοφος Διογένης -4ος αιώνα π.Χ.- καθώς και ο Μέγας Αλέξανδρος –τον ίδιο αιώνα- φακές τις έλεγαν. Μια λέξη καθημερινή και τόσο απλή, φανερώνει τους προγόνους μας. Είμαστε η γλώσσα μας και η γλώσσα φανερώνει την ιστορία μας. Συνειδητά ή ασυνείδητα. Όλοι μας όταν μιλάμε για αρχαίους αναφερόμαστε στα αποφθέγματα τους. Τα όσα σοφά είπαν. Ξεχνάμε ότι οι πρόγονοί μας εκτέλεσαν τον Σωκράτη. Τον Θαλή τον Μιλήσιο τον κορόιδευαν ακόμη και οι υπηρέτριές του. Ο Δημόκριτος κατηγορήθηκε από τους φιλοσόφους της εποχής, ως μοχθηρός και ασεβής. Ο Περικλής παντρεύτηκε νέος μια γυναίκα – δεν διασώζεται το όνομά της- και μετέπειτα σύντροφος του ήταν η Ασπασία, που είχε τα μισά του χρόνια, επίσης κατηγορήθηκε από τους αντιπάλους του για κατασπατάληση δημοσίου χρήματος. Ο Φειδίας, που προς τιμήν του το γράμμα «φ» σημαίνει χρυσή τομή στα μαθηματικά, επίσης κατηγορήθηκε για κατάχρηση και εν συνεχεία για αλαζονεία. Λειτουργούμε ακόμη και σήμερα με τον ίδιο τρόπο. Είμαστε ικανοί για το κάκιστο και το άριστο. Προσπερνάμε τους «φιλοσόφους» μας, κοροϊδεύουμε όσους τολμούν να αμφισβητήσουν στερεότυπα. Ναι, το δικαιούμαστε μια και πράττουμε ακόμη το ίδιο και ως δημιουργοί και ως κατήγοροι.

Έχουν σημασία οι απολογισμοί στη ζωή μας;

Απολογισμός στα λάθη. Ναι. Να μάθεις από αυτά και να μην τα επαναλάβεις. Να μην ξανά πληγώσεις ανθρώπους. Έτσι μόνο αξίζει ο απολογισμός στη ζωή μας. Ό,τι άξιο έχουμε κάνει, καλό είναι να μη γυρίζουμε σε αυτό. Υπάρχει ο κίνδυνος να «σταθούμε» και να μην προχωρήσουμε σε άλλες άξιες πράξεις.

Η γυναίκα σήμερα στην Ελλάδα είναι ίση με τον άνδρα;

Ίση στην εργασία, στην οικογένεια, στην κοινωνία; Ο νόμος της προσφέρει ίσα δικαιώματα. Οι νοοτροπίες, έχουν αλλάξει; Θεωρώ ότι πρέπει να μάθουμε πρωτίστως να σεβόμαστε το διαφορετικό, θήλυ – άρρεν, να αποκτήσουμε σεβασμό κι εκτίμηση σε αυτό κι έπειτα να μιλήσουμε για ισότητα. Αναφέρομαι και στις γυναίκες που σήμερα αναζητούν το ρόλο τους στην κοινωνία.

Τι αγαπάτε περισσότερο στον κόσμο;

Ως μάνα, τα παιδιά μου. Ως συγγραφέας τους ήρωές μου, μια και είναι ρομαντικοί και θέλουν να φτιάξουν τον κόσμο.

Τι θεωρείτε ως τον έσχατο βαθμό δυστυχίας;

Ως μέλος μιας κοινωνίας την απώλεια της αξιοπρέπειας. Και ως άνθρωπος την απώλεια αγαπημένου προσώπου.

Σας απασχολεί ο χρόνος;

Όταν τον αφήνω να κυλάει άσκοπα. Θέλω να διαθέτω το χρόνο μου σε ανθρώπους που αγαπώ και σε δημιουργικά πράγματα. Ο χρόνος με τρομάζει, μου φανερώνει τη θνησιμότητά μου, αλλά από την άλλη είναι «δάσκαλος» με διδάσκει για ό,τι είναι σημαντικό στη ζωή μου. Να το προλάβω, να το διεκδικήσω. Αν δεν υπήρχε ο χρόνος, εγώ τουλάχιστον, θα ήμουν η απόλυτη τεμπέλα, μια και θα είχα χρόνο και αύριο.

Πιστεύετε στη φιλανθρωπία ή στην αλληλεγγύη;

Είμαι φίλος του ανθρώπου, αλλά με εκνευρίζει με την ερμηνεία που έχει πάρει στις μέρες μας, με τους φιλάνθρωπους να αυτοπροβάλλονται. Έχει ξεχαστεί το «μη γνώτω η δεξιά σου τι ποιεί η αριστερά σου». Το αλλήλων εγγύη με την ερμηνεία εγγύηση, συνδέεται με τη λέξη γύη που σημαίνει χέρι, παλάμη και έτσι αλληλεγγύη είναι το να προσφέρεις χέρι βοηθείας σε όποιον το έχει ανάγκη. Πριν η λέξη πιπιλιθεί από τον οποιοδήποτε, ήταν ο δικός μου τρόπος ζωής. Συγγνώμη που σας κουράζω με τις ερμηνείες, αλλά θέλω να γίνω απόλυτα «αντιπαθής», για να καταδείξω με τον πιο σαφή τρόπο ότι στις μέρες μας έχει χάσει την έννοιά της. Κατάντησε να λέμε αλληλέγγυος και να το θεωρούμε ανέκδοτο. Πράττω και τα δύο και θα συνεχίσω να τα πράττω κι όταν οι λέξεις ξεχαστούν.

Για σας, τι σημαίνει παγκοσμιοποίηση;

Σχετικά με την παγκοσμιοποίηση θα δανειστώ τα λόγια της ηρωίδας μου στους Αποδότες: «…να κτίσουν όμοια σπίτια, όπου θα μένουν όμοιοι άνθρωποι, που όμοια θα ξυπνούν, όμοια θα τρώνε, όμοια θα ερωτεύονται, θα ζευγαρώνουν, θα γεννούν, θα μεγαλώνουν τα παιδιά τους. Κι η γλώσσα τους, όπως και η δικιά του, ξέχωρη θα τους προδίδει ότι είναι άλλοι και έτσι θα σιωπούν μπρος στο μεγαλείο της ομοιότητας, των ομοίων την κατάντια». Η δύναμη της παγκοσμιοποίησης είναι να δεχθούμε τη διαφορετικότητά μας, τη μοναδικότητά μας, να βρούμε τη θέση μας σε αυτό τον χάρτη.

Πόσο Ευρωπαίοι είμαστε οι Έλληνες;

Θέλουμε να είμαστε. Έχουμε πολύ δρόμο για να γίνουμε. Τι σημαίνει να είσαι ευρωπαίος πολίτης; Ποιες είναι οι υποχρεώσεις και τα δικαιώματά σου; Με θλίβει το γεγονός ότι το ευρωπαίος πολίτης έχει ταυτιστεί σήμερα με την κρίση της χώρας μας. Μιλάς για Ευρώπη και εννοείς χρέος, φτωχές νότιες χώρες, τεμπέληδες, φοροφυγάδες Έλληνες και γκρέξιτ. Όλα αυτά είναι ευρωπαίος πολίτης; Δεν είμαι όλα τα παραπάνω. Κανείς Έλληνας και κανείς λαός των κρατών της Ευρώπης δεν το αξίζει αυτό.

Ο Έλληνας είναι εχθρός της πειθαρχίας και του κανόνα; Τι λείπει από τον Έλληνα σήμερα;

Ο Έλληνας που ξέρει πότε πρέπει να μην ακολουθήσει την πειθαρχία και τους κανόνες, έχει μια μοναδική ικανότητα. Με επιβεβαιώνει το γεγονός ότι πρόσφατα το ΜΙΤ δημιούργησε βραβείο ανυπακοής μετά τη διαπίστωση ότι οι μαθητές που δεν πειθαρχούσαν στους κανόνες, άλλαξαν τον κόσμο ή τουλάχιστον προσπάθησαν. Αυτό βέβαια μπορεί να είναι το μέγιστο ελάττωμα, όταν πράττετε απερίσκεπτα. Εάν προσθέσεις την έλλειψη σεμνότητας και ταπεινοφροσύνης, τότε ξεφεύγεις. Σεβαστή η ιστορία του καθενός και ο δρόμος που έχει διανύσει, αλλά το να φωνασκείς συνεχώς δίχως αιδώ, κουράζει.

Η «ενωμένη» Ευρώπη θα επιβιώσει;

Εάν συνεχίσει έτσι, όχι. Της λείπει, όπως προδίδουν τα εισαγωγικά, το ενωμένη. Έχουμε σταθεί όλοι μας –και αυτοί κι εμείς– πολύ στο ό,τι μας χωρίζει και έχουμε ξεχάσει το ό,τι μας ενώνει. Πολλοί συμβιβασμοί, πολλές δηλώσεις, πολλές απειλές, πολλές τιμωρίες. Συνεχώς κάποιος να σου κουνάει το δάκτυλο.

Ποιο είναι το πολυτιμότερο περιουσιακό σας στοιχείο;

Το μηχανάκι μου. Η μόνη μου περιουσία. Χαμογελάω. Επιτρέψτε μου να αναφερθώ σε μια προσωπική ιστορία. Όταν έφυγε η μητέρα μου, την μόνη περιουσία που άφησε σε μένα και την αδελφή μου ήταν 3,00€ και βέβαια τα μοιράσαμε. Εγώ πήρα τα 2,00€ και τα υπόλοιπα η αδελφή μου. Το έχω πάντα στο πορτοφόλι μου για να μου θυμίζει ότι η περιουσία που «έκτισε» η μητέρα μου είναι οι δυο της κόρες. Αυτό που είμαστε, ό,τι «κουβαλάμε» μες στην καρδιά μας και μες στο κεφάλι μας.

Η οικονομική κρίση πιστεύετε ότι θ’ αλλάξει την κοινωνία μας και προς ποια κατεύθυνση;

Την έχει αλλάξει. Οι άνθρωποι μετά τα συνεχή «χαστούκια» αναγκάστηκαν να αναζητήσουν αξίες που θα τους κάνουν να αντέξουν. Οι σχέσεις μεταξύ μας είναι αληθινές, αρνούμαστε να σκορπιζόμαστε σε δήθεν φιλίες, να σπαταλάμε χρήματα σε δήθεν μοδάτα αντικείμενα. Βάλαμε προτεραιότητα στις σχέσεις και στις ανάγκες μας. Με αυξανόμενο ρυθμό συνειδητοποιούμε το αυθεντικό και παλεύουμε γι’ αυτό. Η κοινωνία μας δεν έχει άλλο δρόμο από αυτό της ανόδου.

Πιστεύετε ότι θα έρθει κάποια στιγμή που η χώρα μας θα ζει χωρίς τις ξένες εξαρτήσεις;

Δεν μου αρέσουν οι εξαρτήσεις. Είναι άσχημη λέξη, που φανερώνει ανισορροπίες. Θέλω να βλέπω σχέσεις, φιλίες, αλληλοϋποστήριξη μεταξύ των χωρών. Ρομαντική; Ναι είμαι, μα ο κόσμος έτσι είναι πιο όμορφος. Όσο περνούν τα χρόνια οι λαοί θα καταλάβουν ότι η εξάρτηση δημιουργεί καταπίεση και η καταπίεση οδηγεί στην αλλαγή ισορροπιών κι αυτό φέρνει δυσάρεστες καταστάσεις.

Τι είναι εκείνο που μπορεί να ενσαρκώσει την ελπίδα του αύριο;

Τα παιδιά μας. Το αύριο τους ανήκει. Μικροί άνθρωποι με αυτάρκεις χαρακτήρες που δεν φοβούνται να ονειρευτούν και ν’ αγωνιστούν για να φτιάξουν τον κόσμο όπως τον ονειρεύονται.

Τελικά, τι είναι η ζωή;

Την ίδια απορία έχει και η Άννα, το κεντρικό πρόσωπο του βιβλίου Αποδότες και η απάντηση που δίνει είναι: «… ζωή είναι ο έρωτας κι ο έρωτας είναι φιλί και το φιλί ψυχή κι η ψυχή δεν ανέχεται, δεν αναγνωρίζει αδιέξοδα. Υπάρχει και γεύεται, γεύεσαι και οσφραίνεται, οσφραίνεσαι και αγγίζει, αγγίζεις και αγαπά, αγαπάς και νοιώθει, νιώθεις και θυσιάζεται, θυσιάζεσαι και νοσταλγεί, νοσταλγείς και περιμένει. Πώς αλλιώς θα είσαι ζωντανός;»