Σοφία
Στεκουλέα

Η ανάμνηση του παιδιού μου

...μιλούσε η Αμάλθεια από το πηγαδόστομα, λαίμαργα όπως το μητρικό γάλα,

Του Γιάννη

 

Όλα αναδύονται από κείνο το πρώτο χτύπο στο ατέρμονο παιχνίδι των καρδιακών παλμών, βαθειά στο στέρνο των αναστεναγμών σου.

Έπειτα είναι ο αδιόρατος φόβος αυτόν που γρήγορα έδιωξες όταν με κάλεσες με τη μουσική φωνή σου, που αργότερα θα με κανάκευε κοιμήσου αγγελούδι μου, και μου είπες άπλωσε τα χέρια σου κι εγώ άπλωσα τα χέρια μου σε όλη τους την έκταση, είχες δίκιο γιατί τότε άγγιξα στα υγρά τοιχώματα του κόσμου μας το ένστικτο και την περιέργεια, περιέργεια για μιαν απόδραση από κείνο το υγρό, σκοτεινό και μοναχικό κοχύλι όπου έχω περιπέσει, πλούσιο σε σκέψεις και φαντασίες που με ενθαρρύνουν να τεντωθώ, να πεταχτώ πάνω ψηλά στο διαφορετικό, σε εκείνο το φως που αισθάνομαι να πλανιέται, ένα φωτοστέφανο που με κατακλύζει με άπειρες κι ανερμήνευτες εικόνες και με καλεί έξω από την ερημιά μου, ταυτόχρονα όμως αναστέλλει την απόδρασή μου θυμίζοντάς μου ένα ξεχασμένο καθήκον που οφείλω να πραγματώσω. Τρέμω στην ιδέα μάνα πως αν τελικά κατάφερνα να σκαρφαλώσω και να βγω στο φως πόσα άσχημα πράγματα θα ζήσω, ήδη ακούω τον βρυχηθμό κάποιου άγνωστου αρπακτικού, μα πάλι όταν το φως εκείνο με την σκέψη μου αγγίζω αυξάνοντας τους ατέρμονες καρδιακούς παλμούς, ένα κλαδί της αμυγδαλιάς μας ανθισμένο ραντίζει το άρωμά του αγιάζοντας την ύπαρξή μου με μηνύματα και αναμνήσεις, όπως την ανάμνηση ενός άντρα που με σκέφτεται, κι αναλογίζομαι το άλγος εκείνου του άλλου που άδικα τον πέταξε αυτός της Βέρμαχτ στον πάτο ενός πηγαδιού, κι εκείνος το θεώρησε ευκαιρία να γίνει καλύτερος, γιατί μάνα; γιατί τότε μέσα στα σκοτάδια που τον έριξαν, συνειδητοποίησε πόσο όμορφο ήτανε το φως, εκείνη η φωτερή κουλούρα πάνω από το κεφάλι του, να ανακαλύψει τα χρώματα τα πρωτογενή που το αποτελούν και σε συναρπάζουν, τόσο που να μην νιώθεις τον πόνο της μοναξιάς, και να δίνουν όλα αξία στην ύπαρξή σου, την μηδενική έστω γι’ αυτούς μα ακόμη σημαντική για το σύμπαν, κι εκείνος μάνα που σε λίγο θα αποχαιρετούσε λυτρωμένος τούτο τον απάνθρωπο κόσμο για πάντα, συνέχιζε μέχρι και την τελευταία του στιγμή και κατάπινε τις λέξεις όσο του μιλούσε η Αμάλθεια από το πηγαδόστομα, λαίμαργα όπως το μητρικό γάλα, κι ήξερε καθώς πνιγόταν από κείνη την καταρρακτώδη βροχή, πρωτοφανή πλημμύρα στα χρονικά, για την γυναίκα του πατέρα μου μάνα, πόσο όμορφη Εβραία είσαι.

Δεν θέλω μήτε να βγω, μήτε να αντικρύσω το απατηλό φως, κι αν βγω καλύτερα να μη βλέπω, να μην ακούω, να αναρριχηθώ άλαλος μάρτυρας, τι να την κάνω την μιλιά, όταν με σκοτώνουν καθημερινά κι απόλυτα τεκμηριωμένα κάτω από τα τζιτζίκια της μουριάς, στα πέτρινα νταμάρια, στα ογδόντα πέντε χιλιάδες πηγάδια, στους φουρτουνιασμένους ωκεανούς, στα γυμνά λιοτρίβια, στις παγωμένες ερημιές.

Εξεγείρεσαι μου λες κατάπληκτη με τις ανίερες και βλάσφημες σκέψεις μου, πως γίνεται πρόσωπο δίχως μάτια στόμα κι αυτιά; πείτε μου!

Έτσι άκουσα την θυμωμένη φωνή σου, κι είπα αχ μην το παλεύεις άλλο, μην προσπαθείς να δώσεις διέξοδο στο αδιέξοδο κι άφησα τα πράγματα όπως ήμουν καλά φιλιωμένος με τη ζέση της μητρικής σκέψης, να πάρουν τον δρόμο τους αποδεχόμενος την άσφαλτη κληρονομιά της φυγόκεντρης μνήμης, και καθώς η ελπίδα που όλο και πλησίαζε από το βάθος ενός ατελείωτου καταπράσινου λιβαδιού με τραβούσε με το πυρωμένο μάτι της έξω από το σκοτεινό και μουσκεμένο μονοπάτι με τα σαπισμένα φύλλα, μυστηριωδώς πως αναγνώρισα τα ηχητικά μηνύματα της μητρικής μου γλώσσας και κατάλαβα μάνα με μιας το νόημά τους: τι λες αγάπη μου, να είναι άραγε κορίτσι ή μήπως αγόρι;

Η πόλη αυτή τη νύχτα

Μάνδρα 15/11/2017

Το περιπολικό σταμάτησε. Ο αστυνομικός περίμενε να πάρει το βλέμμα της από το παράθυρο. Σ΄ όλη τη διαδρομή η ματιά της στο πλάι. Η δική του, ευθεία. Γύρισε το πρόσωπό της και κοίταξε ανέκφραστη μπροστά. Οι δρόμοι, περάσματα για βρώμικα ποτάμια, έσμιγαν με δύναμη εμπρός τους κι έπειτα κυλούσαν ενωμένα με περίσσια βία, αδιαφορώντας για το τι θα παρασύρουν. Προορισμός η θάλασσα, που εκείνη τη νύχτα ξέβραζε ψυχές.

- Μέχρι εδώ πάει το αυτοκίνητο, της είπε.

- Εδώ θα κατέβω, του απάντησε.

Στάθηκε ακίνητη. Ακίνητος και εκείνος, να περιμένει μήπως μετάνιωσε. Γύρω τους ακινησία και σιωπή, μόνο η λάσπη κυλούσε με βοή. Ένοιωσε πως λίγο ακόμα να έστεκαν έτσι, θα βούλιαζαν κι οι δυο τους.

Προχώρησε κι ας μην γνώριζε τούτον τον τόπο. Το πρωί που είχε φύγει για την δουλειά της υπήρχαν οδοί, πεζοδρόμια, αυλές, μάντρες, στάσεις λεωφορείων. Υπήρχε ζωή. Τώρα μόνο λάσπη.

Βάδιζε στο σκοτάδι, τα νερά με ορμή κάλυπταν τα πόδια της. Στην δουλειά την ειδοποίησαν. Η μητέρα και η 7χρονη κόρη της, Θεωρούνταν αγνοούμενες. Γείτονες έδωσαν τα ονόματά τους. Πήγε στο Θριάσιο νοσοκομείο. Περίμενε στην υποδοχή των επειγόντων μαζί με μία κοινωνική λειτουργό.

Λέξη δεν άκουγε από ότι της έλεγε. Η μόνη της σκέψη ήταν: «Δεν φίλησα την κόρη μου. Δεν κοίταξα στα μάτια την μητέρα μου. Μπουκώθηκα την φρυγανιά με το μέλι, τον καφέ, την “καλημέρα” και έφυγα βιαστικά.

Ένα χέρι τη σήκωσε και την έφερε απέναντι σε μια κλειστή δίφυλλη πόρτα.

«ΝΕΚΡΟΘΑΛΑΜΟΣ», διάβασε.

- Όχι», ψιθύρισε κι έπειτα πιο δυνατά. Όχι.

Έκανε μεταβολή, αναζητούσε την έξοδο.

- Που πάτε; την ρώτησε μια φωνή.

- Η μητέρα μου και η κόρη μου δεν είναι εδώ. Είναι στο σπίτι μας. Με περιμένουν. απάντησε στη φωνή.

Ένας ένστολος την πρόλαβε.

- Σταθείτε, της είπε και την έπιασε από το μπράτσο.

- Τι θέλετε;

- Μπορώ να σας πάω εγώ. Εσάς δεν θα σας αφήσουν να περάσετε.

Και πέρασαν. Όλα τα είχε καταπιεί η λάσπη. Σαν από χέρι εφιαλτικό, ξαναπλάστηκε με πυλό η γειτονιά της. Είδε τον κήπο τους ρημαγμένο.

- Μαμά. Λουκία, ψιθύρισε.

Η πόρτα τους ορθάνοιχτη.

- Μαμά. Λουκία, είπε δυνατά.

Βημάτισε στο κάποτε σαλόνι.

- Μαμά. Λουκία, φώναξε πιο δυνατά.

Μπήκε στην κρεβατοκάμαρα της κόρης της.

Μάζεψε από το πάτωμα το παπάκι του παιδιού της. Δεν είχε πια φωνή για να φωνάξει «Μαμά. Λουκία».

Προχώρησε προς την κρεβατοκάμαρα της.

Η πόρτα του παταριού μισάνοιχτη. Ανέβηκε στο κομοδίνο, τεντώθηκε να φτάσει. Έχωσε μέσα το κεφάλι της. Χέρια το τύλιξαν και μπλέχτηκαν στα μαλλιά της.

- Κόρη μου. η φωνή της μάνας της.

- Μαμάκι μου. η φωνή της κόρης της

- Λουκουμάκι μου. Μητέρα. η φωνή της.

Οι φωνές τους έγιναν ένα και σώπασαν το ποτάμι. Ήταν ζωντανές.

Νύχτα της 16ης Νοεμβρίου 2017. Απολογισμό των ζημιών στη Μάνδρα και τη Νέα Πέραμο: «ΝΕΚΡΟΙ 16, ΑΓΝΟΟΥΜΕΝΟΙ 7, ΤΡΑΥΜΑΤΙΕΣ 12. ΑΠΑΣΧΟΛΗΘΗΚΑΝ 35 ΠΥΡΟΣΒΕΣΤΙΚΑ ΟΧΗΜΑΤΑ ΚΑΙ 150 ΑΝΤΡΕΣ. Η ΚΑΚΟΚΑΙΡΙΑ ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ».

Ερωτόκριτος ή αλλιώς μελοπαγίδα

Κόκκινο μπαλόνι, αιχμηρό αντικείμενο, καταλύτης, 400 λέξεις. Άσκηση διηγήματος

Άγνωστα βλέμματα, ξένες ανάσες, αδιάφοροι θόρυβοι η πόλη της κι εκείνη να περπατά με βήμα σταθερό, ανάμεσα σε ατσούμπαλα πλήθη, να μην αργήσει στο ραντεβού με τον οδοντίατρο.

Κατακόκκινα μπαλόνια λικνίζονταν πέρα - δώθε στον αέρα, σοκολατάκια και κουλουράκια σε σχήμα καρδιάς της προσφέρονταν από ανώνυμα χέρια. Το απόστημα στο αριστερό μάγουλό της «ακατάδεκτο» σε ό,τι και αν την κερνούσαν. Ημέρα του Αγ. Βαλεντίνου.

Ήθελε να βγάλει το χτενάκι από τα μαλλιά της, να απλώσει το χέρι της και να σκάσει ένα - ένα τα μπαλόνια, να ξεφύγει ο έρωτας από τρομαγμένα βλέμματα με τα επαναλαμβανόμενα μπαμ.

- Σταυρούλα; Ένα μπαλόνι πρόφερε με έκπληξη το όνομά της.

Το κόκκινο χρώμα του φούσκωσε αφύσικα μέσα της έτοιμο να εκραγεί. Το απόστημά της για πρώτη φορά ντράπηκε.

- Μάνο!        Έκρυψε ασυναίσθητα το πρόσωπό της.

- Είσαι καλά; Χαθήκαμε.

- Με παράτησες. του είπε χαμογελώντας

- Κι εσύ δεν πήρες ένα τηλέφωνο.

Συνέχισε να του χαμογελά.

Βλέμματα ήταν οι στιγμές τους, που περιδιάβαιναν στο πρόσωπο, στο στήθος, στους ώμους, στα χέρια, στο σώμα, αναζητώντας τα γνώριμα.

Βαθιές εισπνοές να μην φανερωθεί ο φόβος της, το άδειασμα που ένοιωθε. Το ταξίδι τους χωρίς πήγαινε. Μόνο έλα. «Τέσσερις μέρες Χαλκίδα. Έρχεσαι;», της είχε πει. Μια μέρα και μια νύχτα μαζί στο δωμάτιο του ξενοδοχείου με το μεγάλο κρεβάτι μες στη μέση. Μεγάλο κι αδειανό. Το πάθος τους, όταν έσμιξαν δεν το άφησε ως το ξημέρωμα να περισσεύει. Χωρίστηκαν μ’ ένα «θα σου τηλεφωνήσω», δίχως φιλί. Μουδιασμένη τότε και τώρα στην άδεια υπόσχεση.

Το βλέμμα του Μάνου στο χτενάκι που φορούσε στα μαλλιά της.

«Ας τάξω πως επιάστηκα, σε μιας γυναίκας τρίχα, έσπασε η τρίχα κι έχασα, εις τον κόσμο ότι κι αν είχα». Στο μυαλό του οι στίχοι από τον Ερωτόκριτο.

Δεν συστήθηκαν ποτέ. Γνωστοί απ’ αρχής του κόσμου. Οι συναντήσεις τους ελάχιστες, σκόρπιες, μες στα αναγκαία της μέρας κι ο πόθος τους να σέρνετε σε καφέδες μισάωρους. Κι ήρθε η Χαλκίδα. Πήγε μόνος του, επέστρεψε μαζί της. Οι ώρες τους δίχως παρελθόν και μέλλον, μονάχα παρόν κι ήταν το άπειρο που τους σκόρπισε, που έγινε ελάχιστο με την επιστροφή τους. Δεν της τηλεφώνησε ποτέ.

- Ακόμη παντρεμένη;

- Ακόμη παντρεμένοι.

Έγειρε το κεφάλι της και τον φίλησε στο μάγουλο.

Εκείνος της ψιθύρισε: Θα ήθελα και πάλι να επιστρέψω μαζί σου από την Χαλκίδα.

- Εγώ δεν επέστρεψα ποτέ, του είπε. Έβγαλε το χτενάκι της και το έμπηξε αργά στο μπαλόνι που κρατούσε.

O Δίφθογγος στην Χ@ρτόπολις

Ο Δίφθογγος παίζει με τις λέξεις στη «Χ@ρτόπολις»

 Η Λέξη και ο Δίφθογγος μαζί με τα παιδιά, το Σάββατο 14 Οκτωβρίου στις 12:30  το μεσημέρι θα ανακαλύψουν την σπηλιά του Γκρίκλις. Το παραμύθι «Έχω τις λέξεις σου»... φιλοξενείται στο βιβλιοπωλείο «Χ@ρτόπολις» (Καυκάσου 63, Κορυδαλλό). Οικοδέσποινα της εκδήλωσης  η παιδοψυχολόγος Μαριέλενα Μπάιλα.  Κρατήστε τη θέση σας καλώντας στα 6937683617 ή 6972303595.